γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Ο Γιάνης και η Δήμητρα, παιδιά, καλό ζευγάρι,

τώρα μέσα στις εκλογές, εβγήκαν στο παζάρι.

 

Ο Γιάνης με το ένα νι, όπου…κερνάει και πίνει

και έχει χόμπι, μάνα μου, τις τράπεζες να κλείνει.

 

Και πάλι λέει έχει πλαν μπι, Δήμητρα τ’ όνομά της,

που θα ’χει, πρόσβαση σ’ αυτό, αστός ή και χωριάτης.

 

Με μιά κλοτσιά οι Τράπεζες, θα πάν’ κατά διαόλου

και…θα συναλλασσόμαστε, με κόστος πια καθόλου.

 

Οι τσέπες θα ’ναι αδειανές, άδεια και τα συρτάρια,

δε θα ’χουν τι να κλέψουνε, ληστές με τα στυλιάρια.

 

Με ένα κλικ στο κινητό, πληρώνεις κρεμμυδάκια

και μαϊντανό και άνηθο, πράσα και ρεπανάκια.

 

Κλοτσιά γερή και στο ευρώ, δραχμούλα γύρνα πίσω,

αχ Γιάνη μου και Δήμητρα, να σας σταυροφιλήσω!

 

Μα, πριν μας έρθει η δραχμή, η Δήμητρα μετράει,

που θα ’ναι ηλεκτρονική, στις τσέπες δε χωράει.

 

Σαν του Ολύμπου τη θεά, π’ όλοι την προσκυνούσαν

και μες στο Δωδεκάθεο κι εκείνη τη μετρούσαν.

 

Κι ο Γιάνης το φαντάζεται, μέσ’ στο ναρκισσισμό του,

θα κάνει πράξη το πλαν μπι, αυτό το σχέδιό του.

 

-Παιδιά, λέει, την ψήφο σας, το σχέδιό μου το ’χω!

Μα, κάνει τον λογαριασμό, χωρίς τον ξενοδόχο.

 

Φίλοι, το καταλάβατε, το ΔΗΜΗΤΡΑ μπουρλότο;

Παζάρι σαν αιώνες πριν, στον κόσμο, ίσως, το πρώτο.

 

Σου δίνω ένα βόδι εγώ, δώσ’ μου τρία γουρούνια

και τα τσαρούχια τα πουλώ, δέκα οχτώ πιρούνια!

 

Με τέτοιες σκέψεις κόπτεται, ο Γιάνης Βαρουφάκης

και τον αφόρισε προχθές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

 

-Ποιος ξέρει πόσες Δήμητρες, κάνει ένα σουβλάκι;

Τρέξε πάρε τα ρέστα σου, από τον Βαρουφάκη!

 

-Μη μας θυμίζει ο φαφλατάς, του δέκα πέντε αντάρες,

φτάνουν οι γελοιότητες, φτάνουν κι οι σαχλαμάρες!

 

Αλλά ο Γιάνης, βρε παιδιά, με όπισθεν δεν πάει

κι απ’ το γινάτι του στη γη, τον κώλο του χτυπάει.

 

-Εγώ, Λαγκάρντ και Φον ντερ Λάιν, θα τους κατατροπώσω,

με…νηστικούς τους Έλληνες, μάθημα θα τους δώσω!

 

-Θα τους πετάξω το ευρώ, με ρόχαλο στη μούρη

κι ας πάθουμε ό,τι έπαθε, του Χότζα το γαϊδούρι!

 

-Που ψόφησε όταν έμαθε, άχυρο να μην τρώει

και…που το βρήκε ανάσκελα, ο Χότζας στο κατώι!

 

Μ’ αυτά τα γούστα ο Γιάνης μας, τη Δήμητρα θα φέρει,

αλλά πλαν μπι έχω κι εγώ, άμα τα καταφέρει.

 

Θ’ ανοίξω ένα μαγαζί, Δήμητρες να μαζεύω

και σαν πασάς μες στο χαμάμ κι εγώ να τις…χαζεύω.

 

Γιάνη μου το μαντίλι σου, τι το ’χεις λερωμένο;

Οι Έλληνες στα τρία τους (%), σε έχουνε γραμμένο!

 

Ο Αϊ-Γιώργης δεν είσαι, τον δράκο να σκοτώσεις

κι απ’ τα θηρία-τράπεζες, τον κόσμο να τον σώσεις!

 

Δεν είσαι ο Γκάντι, Γιάνη μου, ούτε και ο Μαντέλα,

Μέρα εικοσπέντε τι θα πει; Στα συγκαλά σου έλα!

 

Αυτά του φτάνουνε θαρρώ, του μ’ ένα νι του Γιάνη,

η αχλάδα έχει για τους λοιπούς, οπίσω το κοτσάνι.