γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Τον λέγανε ΟΠΕΚΕΠΕ, γάιδαρέ μου κουτεντέ

κι αυτός μοίραζε λεφτά, που γινόταν αρπαχτά.

 

Γραμματείς και Φαρισαίοι, ποντικοί και αρουραίοι,

που δεν σπέρναν, δεν θερίζαν, μα το χρήμα ροκανίζαν.

 

Πονηροί και τζαμπατζήδες, άεργοι και νταβατζήδες,

δήθεν είχαν προβατίνες, πίνανε τζάμπα ρετσίνες.

 

Και αλλάζαν διοικήσεις, που ήτανε να τις φτύσεις,

βγάλανε και τον Σαλάτα, που εκεί έτρεφε νιάτα.

 

Μπήκε ένας, μπήκαν δύο, άτρωτο το «συνεργείο»,

πλήρωναν οι Ευρωπαίοι και μασούσαν γέροι, νέοι.

 

Τα τσεπώνανε με ψέμα κι ας μην είχαν ούτε στρέμμα,

που δεν είχαν μία γίδα, πέρνανε τρανή μερίδα. 

 

Άλλος απ’ τη Βουλιαγμένη, «έσπερνε» στο Τεπελένι

και σ’ ανύπαρκτο λιβάδι, άλλος «βόσκαγε» κοπάδι.

 

Η Πλατεία Ομονοίας, είχε πρόβατα Ηλείας

στην Ακρόπολη από κάτω, βγάζανε…κρασί μοσχάτο.

 

Κι απ’ τις Κηφισιάς τις βίλες, σπέρνανε και στις Μαλδίβες,

την Ελλάδα είχαν κάνει, ένα τρομερό χαρμάνι.

 

Δήλωναν βουνά, λαγκάδια και αμπάρια είχαν άδεια,

αλλά κάνανε τις χρήσεις, παίρνανε επιδοτήσεις.

 

Και χιλιάρικα χαθήκαν, που χαράμι φαγωθήκαν,

γίναν Πόρσε, Μερσεντάρες κι άλλες τέτοιες αμαξάρες. 

 

Και οι γεωργοί οι γνήσιοι, που παλέβουν με τη φύση,

που οργώνουν κάμπους, πλάγια, πέρνανε τα αποφάγια.

 

Που ολοχρονίς δουλεύουν και ανάπαυση δεν ξέρουν

και Χριστούγεννα και Πάσχα και ποτέ δεν έχουν λάσκα.

 

Αυτοί είχαν βοσκοτόπια, μα άλλοι κάναν φαγοπότια

και τώρα τον Χατζηδάκη, τονε πιάνει το μεράκι.

 

Λέει θα τους τα πάρει πίσω, μα εγώ να του θυμίσω,

 απ’ το μπάχαλο της βλάβης, του μη έχοντος θα λάβεις;

 

Κι άλλοι που ’χουνε πεθάνει, αυτούς γράψ’ τους με μελάνι,

πάρ’ τους την περιουσία, στη Δευτέρα Παρουσία!

 

Άλλα γίνανε «μπαξίσι» και κοστούμια απ’ το Παρίσι,

άλλα γίνανε σουβλάκια και ωραία ταξιδάκια.

 

Τον ΟΠΕΚΕΠΕ γελούσαν και το χρήμα σπαταλούσαν,

σου το λέω νέτα σκέτα, τρέξε τώρα μάζεψέ τα!

 

Έστελναν οι Ευρωπαίοι, Κέλτες, Βίκινγκς και Ρωμαίοι

κι έτρωγαν οι αβανταδόροι, μάγκες και σουλατσαδόροι.

 

Κι ο τσομπάνης που ’χε γίδια, έπαιρνε…τα δυο του απίδια

κι ο αγρότης με χωράφι, για δεκάρες να υπογράφει.

 

Μα…ξυπνήσαν οι Ευρωπαίοι, αυτοί οι «χορηγοί» οι ωραίοι

και μας πιάσαν στην απάτη, με…τη γίδα τους στην πλάτη.

 

Κι έστειλαν εισαγγελέα, μία κούκλα και ωραία,

αλλά το ’χει δείξει ήδη, πως είναι σκληρό καρύδι.

 

Για να δούμε τι θα κάνει, ποιους θα βάλει στο τηγάνι,

μήπως φύγει η κοπελίτσα, μ’ άδεια ελαφριά βαλίτσα;

 

Βλέπουμε τον Μητσοτάκη, βάζει και αυτός χεράκι,

άκρη δεν μπορεί να βγάλει και του κόβει το κεφάλι.

 

Ω! Μας λέει, μη φοβηθείτε, ο ΟΠΕΚΕΠΕ καταργείται,

Γόρδιος Δεσμός, καλοί μου, γι’ αυτό βγάζω το σπαθί μου!

 

-Είμ’ ο Αλέξανδρος ο Μέγας, τέλος τώρα κάθε τρέλας,

δίχως αλλά και διότι, τέλος κάθε φαγοπότι…

 

Μια ψευδαίσθηση ακόμη και ουδείς λέει συγγνώμη.

Ντάρι, ντάρι, ντάρι, ντάρι, μας επήρανε χαμπάρι.