

γράφει η
Ελένη Σοφιανίδου
Αυτό είναι το χωριό μου...Ο Κεχρόκαμπος.
Ένα μικρό χωριό στα ορεινά του Δήμου Νέστου. Ένα χωριό που κάποτε αριθμούσε 3.000 ανθρώπους κυρίως ποντιακής καταγωγής και τώρα έχει λιγότερους από 300. Η ασχολία τους; Τα χωράφια και τα ζώα. Ο καπνός, τα καλαμπόκια, οι πατάτες. Τα πρόβατα, τα κατσίκια και τα γελάδια.
Λίγοι αλλά προκομένοι, με πολλούς γερόντους και λίγους νέους και ακόμη πιο λίγα παιδιά που οι φωνές τους στολίζουν το υπέροχο δημοτικό σχολείο του χωριού.
Ένα σχολείο που βραβεύτηκε άπειρες φορές χάρη στη γόνιμη συνεργασία του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων με το δάσκαλο με το τοπικό συμβούλιο με τον πολιτιστικό σύλλογο του χωριού. Σας φαίνεται παράξενο; Δε θα έπρεπε. Στις μικρές κοινωνίες υπάρχουν ακόμη αξίες και πολύ αγάπη. Και όχι μόνο για τους ανθρώπους. Αλλά και για τα ζώα.
Αυτά τα ζώα που με τόση ευκολία θανατώσανε οι αρμόδιες υπηρεσίες αντί να φροντίσουν για τη μη διάδωση της "ασθένειας" όπως κάνανε τόσες χώρες και αν αληθεύει θάψανε δίπλα στο Νέστο γιατί μάλλον η "ασθένεια" όταν θάβετε δεν είναι επικίνδυνη στα χωράφια ή στον υδροφόρο ορίζοντα!
Γιατί εύκολα παίρνεις αποφάσεις που δεν αφορούν εσένα. Και φυσικά δεν αναρωτιεσαι τι θα γίνουν αυτοί οι νέοι άνθρωποι και οι οικογένειές τους που δεν ξέρουν να κάνουν τίποτα άλλο πέρα το να φροντίζουν τα "παιδιά" τους όπως αποκαλούν, συγνώμη αποκαλούσαν τα ζώα τους.
Ο πρωτογενής τομέας η γεωργία, η κτηνοτροφία, η αλιεία σώσανε τη χώρα σε όλες τις δύσκολες περιόδους που πέρασε.
Τώρα νεκρώνετε τα χωριά, καλύπτεται τα χωράφια με φωτοβολταϊκά, τα λαγκάδια με ανεμογεννήτριες και κλείνετε τους σταύλους γιατί είναι πιο προσοδοφόρο να εισάγουμε, το για ποιον δεν μας είπατε.
Πήγα στο όμορφο χωριό μου και δε βγήκα από το σπίτι μου γιατί μου ήταν αδύνατο να αντικρίσω τα πονεμένα μάτια των κτηνοτρόφων.
Γιατί και εγώ έχω ευθύνη για αυτή την καταστροφή με την ανοχή μου σε αυτή την αρρωστημένη κοινωνία που μας περιβάλλει.








