

γράφει ο
Γιώργος Καρανίκας
Μπορεί ο χειμώνας απλά να έπνιξε έναν συμπολίτη μας στην Περιφέρεια ΑΜ-Θ σε μια ιρλανδική διάβαση στην Κομοτηνή, αλλά φαίνεται ότι είμαστε ανυπεράσπιστοι τόσο σε πλημμύρες όσο και σε πυρκαγιές.
Φαίνεται ότι κι αυτό το καλοκαίρι μετά από τις απαντήσεις του αρμόδιου υπουργείου ξεκάθαρα η ΑΜ-Θ θα πορευτεί μόνη της με όσες δυνάμεις τις έχουν απομείνει και χωρίς να έχουν δημιουργηθεί εκείνα τα φαραωνικά σχέδια που είχε υποσχεθεί στην περιοχή μας ο πάλαι ποτέ υπουργός Πολιτικής Προστασίας Βασίλης Κικίλιας.
Κι αυτά δεν τα βγάζουμε από το μυαλό μας, αλλά διαβάζουμε τα όσα αναφέρονται στην επιστολή του Σωματείου Πυροσβεστών Μακεδονίας – Θράκης και Βορείου Αιγαίου που προειδοποιεί καθαρά ότι οι ελλείψεις προσωπικού είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που αποτυπώνονται στα χαρτιά, ότι υπηρεσίες πόλεων λειτουργούν επί χρόνια με βάρδιες μόλις 5 ή 6 ατόμων αντί για 9 ή 10, με δύο εξόδους αντί για τρεις, και με πληρώματα δύο ατόμων αντί για τρία, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τον χρόνο απόκρισης και την ασφαλή διαχείριση ενός δεύτερου συμβάντος.
Το ίδιο έγγραφο κάνει λόγο για υπηρεσίες με έλλειψη προσωπικού έως και 30%, ενώ ειδικά για την Καβάλα σημειώνεται ότι το προσωπικό μειώθηκε από 69 υπηρετούντες το 2017 σε μόλις 35 το 2026.
Απέναντι σε αυτές τις συγκεκριμένες, ανησυχητικές επισημάνσεις, το Υπουργείο απαντά λέγοντας ότι η κατανομή έγινε «σύμφωνα με τον νόμο», ότι οι πυροσβέστες γενικών καθηκόντων στην Περιφέρεια ΑΜ-Θ είναι 465 έναντι 440 πέρυσι και ότι συνολικά υπηρετούν 923 άτομα όλων των κατηγοριών, προσθέτοντας ότι αναμένεται διαγωνισμός τους επόμενους μήνες.
Δεν λέει όμως πόσα είναι τα πραγματικά λειτουργικά κενά ανά υπηρεσία. Δεν λέει πότε θα καλυφθούν.
Δεν λέει ποιες μονάδες θα ενισχυθούν άμεσα πριν από την αντιπυρική περίοδο.
Και κυρίως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: πώς ακριβώς προστατεύεται μια περιφέρεια υψηλού κινδύνου όταν οι ίδιες οι υπηρεσίες της δηλώνουν ότι δουλεύουν στα όρια;
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περιφέρεια που έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από τις πυρκαγιές την τελευταία δεκαετία. Το 2022, η μεγάλη πυρκαγιά στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς οδήγησε, σύμφωνα με το Copernicus, στην καύση 4.422 εκταρίων στο ευαίσθητο οικοσύστημα του Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου, ενώ το WWF έκανε λόγο τότε για περισσότερα από 25.000 στρέμματα καμένης έκτασης και σοβαρή απειλή για τον μοναδικό αναπαραγόμενο πληθυσμό μαυρόγυπα στα Βαλκάνια.
Το 2023, η περιοχή του Έβρου και της Αλεξανδρούπολης βρέθηκε στο επίκεντρο μιας καταστροφής ιστορικών διαστάσεων.
Την ίδια περίοδο, οι αναζωπυρώσεις σε Έβρο και Ροδόπη συνέχιζαν να απασχολούν ισχυρές δυνάμεις επί ημέρες, ενώ στον Νέστο η φωτιά που ξεκίνησε από τη δασική περιοχή του Διαλεκτού δημιούργησε πολλά μέτωπα και πλησίασε κατοικημένες περιοχές.
Πιο πίσω, το 2016, η Θάσος έζησε μια από τις πιο δύσκολες πυρκαγιές των τελευταίων ετών, με τέσσερα μέτωπα, εκκενώσεις οικισμών, σπίτια που κάηκαν και το νησί να κηρύσσεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Ακόμη και το 2025 καταγράφηκε νέα σοβαρή κινητοποίηση στη Θάσο, με δεκάδες πυροσβέστες και επίγεια μέσα να επιχειρούν για την κατάσβεση πυρκαγιάς που εξαπλώθηκε γρήγορα λόγω ισχυρών ανέμων.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της περιοχής. Μια περιοχή με επαναλαμβανόμενα μεγάλα μέτωπα, με κρίσιμα δασικά οικοσυστήματα, με αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες, με βιομηχανικές και λιμενικές υποδομές, με νησιωτικότητα, με τουριστική επιβάρυνση τους θερινούς μήνες και με υπηρεσίες που, σύμφωνα με τους ίδιους τους πυροσβέστες, λειτουργούν κάτω από το όριο ασφάλειας.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση με ευχολόγια, γενικόλογες αναφορές και υποσχέσεις για «διαγωνισμούς τους επόμενους μήνες».
Η ΑΜ-Θ δεν χρειάζεται άλλη μία τυπική απάντηση υπηρεσιακού χαρακτήρα. Χρειάζεται τώρα άμεση ενίσχυση των πυροσβεστικών υπηρεσιών, πραγματική αποτύπωση των κενών ανά μονάδα, ενίσχυση των βαρδιών, κάλυψη των επικίνδυνων περιοχών και σοβαρό σχέδιο πολιτικής προστασίας πριν έρθει η επόμενη μεγάλη φωτιά.
Γιατί όταν μια ολόκληρη περιφέρεια προειδοποιεί ότι δεν βγαίνει επιχειρησιακά και το Υπουργείο απαντά με μια ψυχρή καταγραφή αριθμών, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς διοικητικό. Είναι βαθιά πολιτικό.