γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Βαριά τα πόδια στο παιχνίδι με τη Λυών,

σφιγμένες οι καρδιές του ΠΑΟΚ των παιχτών.

 

Η μπάλα βαριά, σιδερένια,

τα πόδια των άλλων πυκνά σα χτένια.

 

Παίζουν εκεί, μα το μυαλό τους στη Ρουμανία,

στην Τιμισοάρα, της τύχης την ειρωνεία.

 

Που πορεύονταν δέκα φίλοι να τους καμαρώσουν,

μα δεν πρόλαβαν να το σώσουν.

 

Μια παρατιμονιά, μια απροσεξία;

Κόπηκε το ταξίδι, μαζί και η χαρά κι η ευτυχία.

 

Εφτά παιδιά στο μπαμ γίναν αγγέλοι

και ένας, από θαύμα, ζωντανός, το αναγγέλλει.

 

Το μαθαίνουν οι μανούλες και τραβάνε τα μαλλιά τους,

που τόσο άδικα χάνουν τα παιδιά τους.

 

Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός, σε όλη την Ελλάδα,

τα συλλυπητήρια βροχή, στου ΠΑΟΚ την ομάδα.

 

Θρηνεί η Αλεξάνδρεια και η Κατερίνη

και η Θεσσαλονίκη καίγεται κι εκείνη.

 

Στην Τούμπα κεριά, λουλούδια και κασκόλ,

για τα παιδιά που θέλαν να φωνάξουν γκολ.

 

Και όλοι οι ταξιδιώτες τούς πενθούν, πίσω γυρίζουν,

με τι διάθεση να πάνε να πανηγυρίζουν;

 

Τα φέρνουν στην πατρίδα, τα εφτά τα αγγελάκια

και… σα να έβαλαν γκολ, τους χτυπάνε παλαμάκια.

 

Κόσμος, φίλαθλοι, γνωστοί συρρέουν,

μα οι γονείς δεν το αντέχουν, καταρρέουν.

 

Και οι τραυματίες ανάπηροι σε ψυχή και σώμα,

δεν το πιστεύουν που είναι ζωντανοί ακόμα.

 

Αυτά για του ΠΑΟΚ τη δεύτερη κατάρα,

που μετά τα Τέμπη, έγινε και στην Τιμισοάρα.

 

Μα πάμε τώρα στους πέντε αγγέλους των Τρικάλων,

που «έφυγαν» από φταίξιμο κάποιων άλλων.

 

Πέντε κοπέλες, κόρες, αδερφές και μάνες

και που γι’ αυτές χτύπησαν πένθιμες καμπάνες.

 

Δούλευαν νύχτα στους φούρνους της «Βιολάντα»,

να ’χουν στο νοικοκυριό τους τάξη και κουμάντα.

 

Έβγαζαν μπισκότα, για μικρούς και για μεγάλους,

μα κείνο το ξημέρωμα, τις θέρισε ο χάρος.

 

-Ε, αφεντικό, το αέριο μυρίζει!

Μα το αφεντικό αδιάφορα σφυρίζει.

 

-Αφεντικό, σου ξαναλέμε το αέριο βρομάει!

-Ε, θα είναι ο βόθρος! Τους λέει και γελάει.

 

Κι εκεί που δούλευαν και 

τραγουδούσαν για να μη νυστάζουν,

τα μπαμ τα απανωτά στον αέρα τις τινάζουν.

 

Κάρβουνα τα κορμιά μες στα συντρίμμια,

για του αφεντικού τα άσχημα τσαλίμια.

 

Παιδιά ορφανά, σύζυγοι χήροι, μάνες δίχως κόρες,

δεν τις αντέχουν αυτές τις τραγικές τις ώρες.

 

Φώναζαν οι καημένες, εδώ και μήνες,

πως ήταν τρύπιες του αερίου οι σωλήνες.

 

Μα τα αφεντικά τους έλεγαν… αγάντα,

αυτή η μυρωδιά ήταν από πάντα.

 

Μα, τι λέτε, την παραγωγή να σταματούσαν

και οι πελάτες χωρίς μπισκότα να πεινούσαν;

 

Να ξοδιαζόταν για μια οσμή του εργοστασίου,

που ήταν του βόθρου κι όχι του αερίου;

 

Και σαν έπιασε τα αφεντικά η Αστυνομία,

από την άλλη πόρτα τους έβγαλε η Εισαγγελία.

 

Ποιος σε λογάριαζε εργάτρια καημένη,

το αφεντικό κοίταζε πόσο κέρδος τού μένει.