

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
-Τα λερωμένα τ’ άπλυτα, τα παραπεταμένα,
μάστα και φύγε φίλε μου, δεν κάνεις πια για μένα!
Κάθε εκλογές την έβρισκες, την έδρα σου στην τρίχα
και την αχαριστία σου, για πληρωμή μου είχα!
Έβρισες τον πατέρα μου, τον Κώστα Μητσοτάκη,
τότε που ακόμη ήμουνα, αμούστακο παιδάκι!
Και ο μπαμπάς μου σού ’δωσε μία κλοτσιά στον κώλο
κι εσύ ένα κόμμα ίδρυσες, που ήταν μυροβόλο!
Και σαν είδες που η βάρκα σου, άρχιζε να βουλιάζει,
το κόμμα σ’ ελεήθηκε, μέσα σε ξαναβάζει!
Και σ’ έκανε πρωθυπουργό, ναι, με τιμή και δόξα,
μα εσύ Αντώνη μου εκεί, στην παλαιά σου λόξα!
Διέγραφες κατά σειρά, όσους διαφωνούσαν,
ως και τη Ντόρα, μια φορά, σαν στραβοκατουρούσαν!
Ο Αλέξης όταν σού άρπαξε, τα χαλινά απ’ το χέρι,
σαν ένας αγριάνθρωπος, έφυγες σ’ άλλα μέρη!
Δεν βρέθηκες σαν κύριος, εκεί να παραδώσεις,
μ’ απ’ το κακό σου γύρευες, άνθρωπο να σκοτώσεις!
Και σαν ανέλαβα εγώ, της χώρας το τιμόνι,
η ψυχή σου ήρθε στα παλιά κι άρχισε να θυμώνει!
Γυρνάς και με συκοφαντείς, ότι είμαι προδότης
και στα ελληνο-τουρκικά, πως είμαι μειοδότης!
Να λέμε πάντα «γιοκ γκομσού», με κρύο και με ζέστη
κι είπες για χαριεντίσματα, μέσα στη Βουδαπέστη!
Πρόεδρο τον Καραμανλή, πρόωρα καμαρώνεις,
εκεί που δε σε σπέρνουνε, Αντώνη, μη φυτρώνεις!
-Σε ξέρω, Κυριακούλη μου, από γεννησιμιού σου,
αυτά που είχε ο μπαμπάς, έχεις κι εσύ στο νου σου!
Ήθελε να γενεί νονός, εκείνος των Σκοπίων,
Μακεδονία να τα πει, χωρίς ντροπή και θείον!
Κι ο Τσίπρας σαν υπέγραψε, μέσα στη Δοϊράνη,
εσύ δεν του ’πες ως εδώ και παρά κει δεν κάνει!
Κι έβαλες Εξωτερικών, ποιον; Τον Γεραπετρίτη,
να παραδώσει στην Τουρκιά, ακόμη και την Κρήτη!
Κι ότι χαζογελούσατε, μέσα στη Βουδαπέστη,
αυτό είναι αλήθεια φίλε μου κι εσύ με βγάζεις ψεύτη!
Και κοίταξε, μη μού κουνάς, το δάχτυλο εμένα,
στα χιόνια, τα ψηλά βουνά, είναι συνηθισμένα!
Δε θα μού κλείσεις κι αν το θες, συ το δικό μου στόμα,
φεύγω και σαν τον Στέφανο, κάνω δικό μου κόμμα!
-Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου,
ένα πουλί πετάμενο, να μη βρεθεί μπροστά σου!
Φύγε, κάνε το κόμμα σου, σαν τον παλιό αιώνα,
τότε το είπες Άνοιξη, τώρα πες το Χειμώνα!
Πάρε τα μπογαλάκια σου, τράβα στη Μεσσηνία
και ίσως βρεις για μέλη σου, εκεί παιδιά δυό τρία!
Ψάξε στο σόι το παλιό, της Πηνελόπης Δέλτα
και στου Μπενάκη όσο μπορείς, φέρε τα σούρτα φέρτα!
Φιρί, φιρί τα γύρευες, αυτά τα ρεζιλίκια,
Αντώνη, στα γεράματα, πετάλωνε τζιτζίκια!