γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Παράδεισος ο κόσμος μας και Κόλαση συνάμα,

στο ένα μέρος μια χαρά, στ’ άλλο μεγάλο δράμα.

 

Αυτές τις μέρες είδαμε, όμορφα στο Παρίσι,

που οι αθλητές συγκίνηση, μας είχανε χαρίσει.

 

Κορίτσια σαν τα λάστιχα, ατσάλια παλικάρια,

που τρέχανε σαν το λαγό, πηδούσαν με κοντάρια.

 

Πήρε ο Τεντόγλου το χρυσό, που’ χει ήλιου γυαλάδα

και πανηγύρισε μ’ αυτόν, ολόκληρη η Ελλάδα.

 

Κι άλλα εφτά μάς φέρανε, αγόρια και κοπέλες,

μετάλλια που κρέμονται, σε ιστορικές κορδέλες.

 

Μα κι όσοι δεν μας φέρανε, αλλά εκεί βρεθήκαν,

είναι μεγάλη τους τιμή, μόνο που προκριθήκαν.

 

Κι εκεί, λοιπόν, στου Παρισιού, σύγχρονη Ολυμπιάδα,

που έχει ρίζες, σαν ελιά, απ’ την Παλιά Ελλάδα.

 

Έγινε μία σύναξη, απ’ όλο τον πλανήτη,

με αγκαλιές και με φιλιά, χωρίς να λιώσει μύτη.

 

Με εθνικότητες πολλές, πάνω από διακόσες

κι αμέτρητες ακούγονταν, από τον κόσμο οι γλώσσες.

 

Και όμως αγωνίστηκαν, με ειρήνη και φιλία,

τους διακόπτες κλείσανε, από κάθε τους κακία.

 

Εμείς χειροκροτήσαμε, Καραλή και Πετρούνια,

αλλά και τους θαυμάσανε, άνθρωποι μιλιούνια.

 

Εκεί είν’ ο Παράδεισος, όπου είναι ΕΙΡΗΝΗ,

ΚΟΛΑΣΗ είν’ ο ΠΟΛΕΜΟΣ και καίει σαν καμίνι.

 

Χαρά σ’ αυτόν που βρίσκεται, εκεί όπου γλεντάνε

κι αλιά σ’ αυτόν που βρίσκεται, εκεί που πολεμάνε.

 

Ο ένας στον Παράδεισο, μεθάει και τραγουδάει

κι ο άλλος μες στην Κόλαση, καίγεται και πονάει.

 

Αυτός είναι ο κόσμος μας, παιδιά και δεν αλλάζει

κι αιτία είν’ ο άνθρωπος, γιατί μυαλό δε βάζει.

 

Στις φυσικές καταστροφές, δε φταίμε, δεν μπορούμε,

αλλά, άνθρωποι, τον Πόλεμο, εμείς τον προκαλούμε.

 

Με ΕΙΡΗΝΗ η γη Παράδεισος, καθένας μας το ξέρει,

με ΠΟΛΕΜΟ είναι Κόλαση, από δικό μας χέρι.

 

Ναι, τεχνικά ο άνθρωπος, φτάνει στο…υπερώο,

όσο αφορά τον Πόλεμο, μένει ακόμη ΖΩΟ.