γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Σίγασαν τα κανόνια στη Γάζα,

τώρα που έγινε χαλάσματα και μπάζα,

προβλέπεται για τέσσερις μέρες

κι ύστερα θ’ αρχίσουν και πάλι οι σφαίρες.

 

Ελευθερώνονται με το σταγονόμετρο οι όμοιροι,

μήπως στην περιπέτειά τους, βγήκαν…καλόμοιροι;

Ήταν, βέβαια, βασάνων θύματα,

αλλά, άλλοι χιλιάδες, είναι στα μνήματα.

 

Άλλοι στα μπάζα παραχωμένοι,

ποια συνέχεια τους περιμένει;

Μην τους «κηδέψουν» οι μπουλντόζες,

μ’ όλη την άμορφη μάζα

και δε θα ’χουν μνήμα στη Γάζα;

 

Άλλοι όμοιροι κρατούνται ακόμη,

για τη λευτεριά τους, δαιδαλώδεις οι δρόμοι.

Στα τούνελ αλυσοδεμένοι,

πια τύχη, άραγε, τους περιμένει;

 

Φίλε, αυτά που βλέπουμε,

είναι «ανθρώπινες» πράξεις,

το αφήνω σε σένα, πού θα τις κατατάξεις.

Εμένα δεν μού φαίνονται για έργα ανθρώπων,

ταιριάζει αφάνταστα, για τη ΖΟΥΓΚΛΑ

και άλλων τινών τόπων.

 

Μα, λάθος μου, φίλε, το παίρνω πίσω,

δεν θέλω τη ζούγκλα να την αδικήσω.

Εκεί όλα γίνονται με αρμονία,

τα θηρία θέλουν να φάνε,

δεν έχουν κακία.

 

Πιάνουν το θύμα τους, το τρώνε και κοιμούνται,

σκοτώνουν γιατί πεινάνε, δεν εκδικούνται.

Μα εμείς, οι «έξυπνοι» άνθρωποι…τρομάρα μας,

τρώμε για εκδίκηση, μόνοι μας τη φάρα μας.

 

Εμείς που φτιάξαμε θεούς, κατά πώς μας συμφέρει

και μας έκαναν, λέμε, κατ’ ομοίωσή τους,

αγαθούς, εύσπλαχνους…με τον σταυρό στο χέρι.

Άραγε, ο κάθε θεός, άμα στη γη κάτω κοιτάξει,

δε θα ρίξει αστροπελέκια,

αυτούς που έκανε να τους κάψει;

 

Ο δικός μας, ο Κύριος, ο Αλλάχ των Μουσουλμάνων,

ο Γιαχβέ των Εβραίων, τα είδωλα των Σαμάνων,

λέτε να χαίρονται όταν τσακωνόμαστε

και άδικα των αδίκων σκοτωνόμαστε;

 

Φίλε, θα μού πεις, ζω…στην κοσμάρα μου

και ανακατώνω τους θεούς, στα έργα των ανθρώπων,

τρομάρα μου!

 

Σού λέω, δεν την αντέχω αυτή την υποκρισία,

που λένε ό,τι σφάζουν και σκοτώνουν,

με του θεού τους την ευλογία.

 

Ας το πούνε καθαρά, πως ο θεός τους είναι η κακία,

αυτά δεν είναι έργα, για ανθρώπους με θρησκεία.

Αλλά δύο πράγματα είναι γνωστά εξάλλου,

το ΣΥΜΦΕΡΟΝ και η ΠΛΥΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ.

 

Φίλε, αρκετά σ’ έχω κουράσει,

γιατί…το γινάτι μου, με έχει πιάσει.

Σπάζω το κεφάλι μου να γράψω,

πού τους πολέμαρχους να κατατάξω.

Αγαθά είν’ όλα τα πλάσματα της οικουμένης,

της τάξης αυτών των ΜΠΑΣΤΑΡΔΩΝ εξαιρουμένης.

 

Τέλος, ο κόσμος ανακουφίστηκε,

με την είδηση της εκεχειρίας,

αν λήξη αυτή, ας ξαναρχίσουνε τον πόλεμο

και πάλι στο…όνομα της θρησκείας.