γράφει ο

Γιώργος Τσακίρης

 

Με αφορμή το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών για την επιλογή των εκπροσώπων μας στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, το μοναδικό ευθέως αντιπροσωπευτικό των πολιτών θεσμικό όργανο της ΕΕ, με ευρείες μάλιστα αρμοδιότητες μετά και τη Συνθήκη της Λισαβόνας, κάποιες σκέψεις που ίσως εξηγούν το γιατί τελικά (και) στη χώρα μας το φαινόμενο της αποχής είχε, αλλά παίρνει πλέον ανησυχητικά μεγάλες διαστάσεις.

 

Αρχικά, υπάρχουν οι κλασικές επικλήσεις στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της μη κατανόησης από τους πολίτες α) του τρόπου θεσμικής οργάνωσης της ΕΕ, β) της πολυπλοκότητας των διοργανικών σχέσεων με βάση τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις της και γ) γιατί και πώς οι δημόσιες πολιτικές της επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα τις ζωές τους.

 

Κάτι που έχει δημιουργήσει ολόκληρη επιστημονική συζήτηση σχετικά με το -υπαρκτό ή όχι- δημοκρατικό της έλλειμμα. 

 

Οι αιτίες όμως αυτές δεν εξηγούν στο σύνολό της την απαξίωση που επιδεικνύουν οι πολίτες της Ένωσης και με εκκωφαντικό πλέον τρόπο και στη χώρα μας.

 

Με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΕ, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1, η αποχή των πολιτών στα 16 από τα 27 κράτη μέλη της στις τελευταίες ευρωεκλογές, κυμάνθηκε σε ποσοστά άνω του 50%. 

 

Χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις αποτελούν αυτές της Κροατίας (78,7%) και της Λιθουανίας (71,1%), ενώ σε Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Πορτογαλία, Σλοβακία και Τσεχία το ποσοστό αποχής ξεπέρασε το 60%.

 

Αντίθετα, χαμηλά ποσοστά αποχής παρουσιάζει η Μάλτα (27%) των 530.000 ψηφοφόρων, το Λουξεμβούργο (17,8%) και το Βέλγιο (10,8%) με τις δύο τελευταίες χώρες να φιλοξενούν την έδρα πλειάδας θεσμικών και μη οργάνων της Ένωσης.

 

Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε κανείς να καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

  • με την -όχι χωρίς αστερίσκους- εξαίρεση της Ρουμανίας (με αποχή στο 47,6%) και -των ειδικών συνθηκών λόγω Β. Ορμπάν- Ουγγαρίας (41,6%), οι πολίτες στο σύνολο των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004, το 2007 και το 2013, δείχνουν απογοητευμένοι πλέον από αυτή την επιλογή των κυβερνήσεών τους
  • ακόμη και οι πολίτες των προηγμένων κοινωνικοοικονομικά χωρών της Βορειοδυτικής Ευρώπης, όπως η Σουηδία, η Δανία, η Αυστρία αλλά και η Γαλλία, εμφανίζουν τα ίδια σημάδια «ευρωκόπωσης», με ποσοστά αποχής που ξεπερνούν το 40% και πλησιάζουν στο 50%
  • ταυτόχρονα, δύο στους τρεις Γερμανούς και πάνω από οκτώ στους δέκα Λουξεμβούργιους και Βέλγους πολίτες, δείχνουν να απολαμβάνουν τα οφέλη από τη συμμετοχή τους στην ΕΕ. 

 

Σημειώνεται ότι και στις τρεις χώρες έχουν την έδρα τους σημαντικά θεσμικά όργανα της ΕΕ και της ΟΝΕ.

 

 

Πίνακας 1

 

«Επιστρέφοντας» στην Ελλάδα και εξετάζοντας τα στοιχεία της αποχής των πολιτών της από την εκλογική διαδικασία των ευρωεκλογών, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 2, παρατηρούμε ότι ενώ στην πρώτη αυτού του «είδους» εκλογική αναμέτρηση στη χώρα το 1981 η αποχή ήταν μόλις στο 21,5%, το ποσοστό αυτό πλησίασε στον τριπλασιασμό του το 2024, «αγγίζοντας» στις πρόσφατες ευρωεκλογές το 59%. 

 

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι μέχρι και τις ευρωεκλογές του 1999, το ποσοστό αποχής δεν ξεπέρασε το 30%. Ρόλο βέβαια σε αυτό -εκτός άλλων που θα αναφερθούν παρακάτω- έπαιξε το γεγονός ότι οι ευρωεκλογές τόσο του 1981 όσο και του 1989 έγιναν ταυτόχρονα με τις βουλευτικές εκλογές.

 

 

Πίνακας 2

 

Ακόμη δε κι εάν το ποσοστό αποχής του 36,8% των ευρωεκλογών της «χρονιάς των Ολυμπιακών αγώνων» του 2004 μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ανεκτό», δεν παύει να αποτελεί σαφή ένδειξη αυτού που θα επακολουθούσε.

 

Έτσι, στις αμέσως επόμενες εκλογές του 2009 καταγράφηκε το μεγαλύτερο μέχρι και φέτος ποσοστό αποχής (47,4%), με το ποσοστό αυτό να μην πέφτει κάτω από το 40% και στις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις του 2014 και του 2019, παρά το ότι οι δεύτερες διεξήχθησαν μαζί με τον Α’ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.

 

Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να τεθεί το ερώτημα: τι άλλαξε στη χώρα αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε μετά το 1999 τα ποσοστά αποχής να αγγίζουν και ξεπερνούν κατά πολύ το 40%;

 

Παράγοντες που είναι πολύ πιθανό να συνέβαλαν καθοριστικά σε αυτό, μπορεί να είναι:

  • το έλλειμμα πολιτικών ηγετών όπως οι Καραμανλής, Παπανδρέου, Αντενάουερ, Κολ, Σμιτ, Σιράκ, ντ’ Εσταίν, Μιτεράν, Σπάακ, Ντελόρ κ.α, που με το προσωπικό και πολιτικό τους κύρος κατάφερναν να συσπειρώνουν και να πείθουν τους πολίτες, καθορίζοντας ταυτόχρονα και την πορεία της ΕΕ
  • η προσήλωση των διαδόχων τους στις απόλυτα συμβατές με την ελεύθερη οικονομία της αγοράς δημόσιες πολιτικές, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές επιπτώσεις τους
  • εξαιρετικής σημασίας διεθνή αλλά και ευρωπαϊκά γεγονότα όπως η έντονη πλέον επέκταση του φαινομένου της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η ανάληψη δράσης από το ΝΑΤΟ στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, η υιοθέτηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος των χωρών μελών της ΟΝΕ και η συνεπαγόμενη υιοθέτηση του μοντέλου οικονομικής διακυβέρνησης (κ.α.), που συνέβαλλαν καταλυτικά στην προσπάθεια των οικονομικών και πολιτικών ελίτ της ΕΕ να προχωρήσουν πιο γρήγορα τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε πληθώρα σημαντικών τομέων πολιτικής, κάτι που δεν γινόταν εύκολα ούτε αντιληπτό, ούτε αποδεκτό από τους πολίτες της (πχ καταψήφιση με δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία του σχεδίου συντάγματος της ΕΕ)
  • η αποτυχία ορθής και με κατανοητά από τους πολίτες αποτελέσματα εφαρμογής της πολιτικής συνοχής της ΕΕ, που αποσκοπεί στη μείωση του φαινομένου της περιφερειακής ανισότητας τόσο μεταξύ των κρατών όσο και μεταξύ των περιφερειών τους
  • οι διαδοχικές κρίσεις που έπληξαν (σε διαφορετικό βαθμό) τις χώρες- μέλη της ΕΕ (οικονομική και χρηματοπιστωτική, μεταναστευτική, Covid- 19) που ανέδειξαν την ισχυροποίηση του διακυβερνητικού και όχι υπερεθνικού χαρακτήρα της, μέσω της ανεπάρκειάς της να τις αντιμετωπίσει συλλογικά με πνεύμα αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης, κάτι που απομάκρυνε έτι περαιτέρω τους πολίτες πολλών χωρών από την ιδέα του «ευρωπαίου πολίτη»
  • η αποτυχία αντιμετώπισης ενός άκρατου και σε πολλές περιπτώσεις με σαφή πολιτική-κρατική υποκίνηση μεταναστευτικού ρεύματος από χώρες της Αφρικής και της Ασίας

 

Θα μπορούσαν ίσως να αναφερθούν σειρά άλλων παραγόντων. Το σίγουρο είναι πάντως ότι παράγοντες όπως το έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας η οποία να εμπνέει εμπιστοσύνη αλλά και η σπουδή των σύγχρονων οικονομικό- πολιτικών ελίτ της ΕΕ όσον αφορά στη λήψη αποφάσεων που προωθούν μια ασύμβατη -τουλάχιστον- πολιτική, τόσο με τις θελήσεις των πολιτών, όσο και με τις αρχές και αξίες πάνω στις οποίες «οικοδομήθηκε» η ΕΕ, μπορούν να θεωρηθούν ως οι κατ’ εξοχήν αιτίες που απομάκρυναν τους λαούς της από την έκφραση της γνώμης τους στην κάλπη, θεωρώντας πως η όποια αντίδρασή τους μέσω της ψήφου, απλά δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι παράλληλη αλλά όχι ταυτόσημη πορεία ακολουθούν τα ποσοστά αποχής και στις βουλευτικές εκλογές της χώρας. Ενώ δηλαδή ήδη από τις ευρωεκλογές του 2004 το ποσοστό αποχής είχε ξεπεράσει το 35%, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 3, έπρεπε να φτάσουμε στις βουλευτικές εκλογές του 2012 στην Ελλάδα για να «συναντήσουμε» τα ίδια ποσοστά.

 

 

Πίνακας 3

 

 

Αναλύοντας λίγο περισσότερο τα στοιχεία του Πίνακα 3, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα «χρόνια της ευημερίας» μέχρι και το 2007, διαδέχθηκε η οικονομική κρίση του 2009-2015. 

 

Κάτι που φαίνεται να επηρέασε άμεσα τους πολίτες της χώρας καθώς το 29% της αποχής από τις κάλπες που σημειώθηκε στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου του 2009 (που χαρακτηρίστηκαν από το «λεφτά υπάρχουν» του Γ. Παπανδρέου), ξεπέρασε το 43% σε αυτές του Σεπτεμβρίου του 2015 μετά την υπογραφή και του 3ου Μνημονίου. 

 

Ένα ποσοστό που έμεινε κοντά στο 40% και στις εκλογές του Μαΐου του 2023, για να φτάσει στο 47% έναν μήνα αργότερα στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου.

 

Χαρακτηριστικός είναι δε ο Πίνακας 4, με βάση τον οποίο τα μικρότερα (αν και πάνω από 30%) ποσοστά αποχής στη χώρα, παρατηρούνται ακριβώς επάνω στη διαδρομή του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ!

 

Κι αν με αυτό δημιουργείται κάποια απορία, θα πρέπει να επισημανθεί πως έχει παρατηρηθεί και αποτελεί βασική συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το γεγονός ότι οι πιο ανεπτυγμένες περιοχές-περιφέρειες μιας χώρας βρίσκονται πάνω ή γύρω από βασικούς οδικούς άξονες, καθώς εκεί συγκεντρώνεται η παραγωγική-οικονομική δραστηριότητα της χώρας, για προφανής λόγους μείωσης του κόστους. 

 

Μία ακόμη απόδειξη της αποτυχίας της ΕΕ, αλλά και

του ελληνικού πολιτικού συστήματος στην ορθή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων που στοχεύουν ακριβώς στη μείωση των ενδοπεριφερεικών ανισοτήτων.

 

 

Πίνακας 4

 

Κι αν οι διαδοχικές κρίσεις (οικονομική, μεταναστευτική, Covid-19) μπορούν να εξηγήσουν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο της αυξημένης αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες και στην Ελλάδα, ήταν η «κούραση» την οποία διαδέχθηκε η απογοήτευση των πολιτών από την εμφανή απομάκρυνση των κομμάτων από τη γνήσια εκπροσώπησή τους, σύμφωνα με τις αξιακές και ιδεολογικές τους αναφορές.

 

Ένα σύγχρονο με βάση τα δυτικά πρότυπα κοινωνικό φαινόμενο, που εξηγείται με βάση τη στροφή των κομμάτων προς μία σχεδόν άνευ όρων πολυσυλλεκτικότητα, με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας.

 

Ένα φαινόμενο που παρατηρείται πλέον έντονα και στη χώρα μας, κυρίως δε τόσο στη Νέα Δημοκρατία, όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ.

 

Η απομάκρυνση των παραπάνω κομμάτων από τις αρχικές ιδεολογικές τους «μήτρες», τα οδήγησαν σταδιακά αλλά σταθερά σε μία αξιακή απίσχναση και στη δημιουργία πολυσυλλεκτικών μορφωμάτων, με μοναδικό στόχο την κατάκτηση και διατήρηση της εξουσίας. 

 

Φτάνοντας στο σήμερα και σύμφωνα με τα όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως τόσο η αποχή του 58% στις ευρωεκλογές, όσο και αυτή του σταθερά άνω του 40% στις βουλευτικές εκλογές στη χώρα τα τελευταία χρόνια, μπορεί να εξηγηθεί απόλυτα καθώς οι πολίτες αισθάνονται πλέον πως τίποτε και κανείς δεν τους εκπροσωπεί. 

 

Σε τέτοιο τουλάχιστον βαθμό που θα τους κάνει να εκφράσουν τη γνώμη τους στην κάλπη.

 

Κι αν η εξήγηση μοιάζει οικεία, αυτό που θα πρέπει η καθεμία και ο καθένας από εμάς να κατανοήσει είναι πως, ανεξάρτητα από το αίσθημα απογοήτευσης που την ή τον διακατέχει, η έκφραση γνώμης μέσω της ψήφου τόσο στις ευρωπαϊκές, όσο και στις εθνικές εκλογές, παρά το ότι μεταφράζεται ως «γράμμα κενό» για τους αποδέκτες της, αποτελεί τον μόνο ειρηνικό τρόπο αλλαγής των πραγμάτων και της τύχης τους.

 

Διότι οι άλλες εναλλακτικές, απαιτούν βίαια μέσα. Κι αν κάποιοι ελπίζουν σε αυτό, ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσουν. Γιατί θα είναι οι ίδιοι που θέλουν σήμερα να καταδικάσουν με την αποχή τους, που θα βγουν κερδισμένοι από αυτό.