

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Υπουργικό Συμβούλιο, παιδιά, για την ακρίβεια
και πιάσαν οι γραμματικοί, τεφτέρια και μολύβια.
Κι ανακατώνουν κωδικούς, τους ψιλοκοσκινίζουν
κι…ευλαβικώς, φθηνότερους, κατόπιν τούς βαφτίζουν.
Είδα στην τηλεόραση, τον υπουργό, τον Σκρέκα,
που έδειχνε καμαρωτός, προϊόντα πέντε δέκα.
Και παίνευε για τη δουλειά, όλο το Υπουργείο,
που επιτέλους τα ’κανε…από τα τρία δύο.
Τρεχάτε οι νοικοκυρές, γεμίστε τα καρότσια,
ο υπουργός μας έδειξε, που ’χει γερά τα κότσια.
Αυτός είναι ο Ηρακλής, η ακρίβεια Λερναία Ύδρα,
θα το σκοτώσει το θεριό, λέει, από τη ρίζα.
Ας πάρει και «Ιόλαους», μαζί του καναλάρχες,
να δούμε αν βάλει χαλινό, στους καταστηματάρχες.
Επιτυχία του εύχομαι, απ’ της καρδιάς τα βάθη,
αλλά, παιδιά, εγώ θα βγω μ’ ένα μικρό καλάθι.
Ψάχνω να εύρω «κωδικούς», σπάζω την κεφαλή μου,
…τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.
Βλέπω μια οδοντόκρεμα, που έχω αγαπημένη,
στο ράφι η παντέρημη, πάλι στα ίδια μένει.
Βλέπω απορρυπαντικό, που το ’χανε στη φτήνια,
τώρα το βάλαν…κωδικό, ετούτα τα σαΐνια.
Ψάχνω να εύρω, εδώ κι εκεί, κάποια «κατεβασμένα»,
μα όσο κι αν κουράζομαι, δεν είν’ αυτά για μένα.
Γυρίζω το καρότσι μου, πάω σε άλλο μέρος,
…πάνες; Δεν τις χρειάζομαι κι ας είμαι τόσο γέρος.
Πηγαίνω στα κρεατικά, εκεί να εξερευνήσω,
μα μένουνε πανάκριβα, πού να τα ακουμπήσω;
Πάω στο ράφι απέναντι, που έχει τυριά κασέρια,
μα αυτά στου Σκρέκα δεν είναι, γραμμένα στα τεφτέρια.
Στα λάδια εσταμάτησα…λίγο να ξαποστάσω,
μα ούτε μπουκάλι τόλμησα, στο χέρι μου να πιάσω.
Ύστερα στα λαχανικά, που είν’ απ’ το χωράφι,
αλλά κι εκεί απελπισιά, ίδιες τιμές στο ράφι.
Το Σούπερ Μάρκετ αχανές, έχει και φρέσκα ψάρια,
που τα ’χουνε επιμελώς, βαλμένα στα συρτάρια.
Λέω στον εαυτούλη μου, παππού ας σε κουράσω,
να ρίξω μια ματιά κι εδώ…τι ψάρια θε να πιάσω;
Μα τα καλά και νόστιμα, έχουν «κόκκινες κορδέλες»,
για το πορτοφολάκι μου, είναι μόνο οι σαρδέλες.
Στο τέλος πήγα στα ποτά, τυφλά και άθελά μου,
εκεί, παιδιά ορκίζομαι, έχασα τα μυαλά μου.
Το αγαπημένο μου κρασί, το πήγανε στα ύψη,
τέτοια φτήνια κυρ Σκρέκα μου, καλύτερα ας μου λείψει!
Απαγορεύεις το κρασί, κοντά σε όλα τ’ άλλα,
αυτό που ’ναι στους γέροντες, το βρεφικό τους γάλα!
Αν πεις το τσιπουράκι μου, το κάνανε μπαρούτι,
να…πω τα υπουργεία σας, τι φτήνια είναι τούτη;
Δυό ώρες ετριγύριζα, με άδειο καροτσάκι,
τι χάλι, πες μου, είν’ αυτό, Κυριάκο Μητσοτάκη;
Ούτε να φάω ούτε να πιω, έναν κωδικό δε βρήκα,
που είν’ αυτή η «πάταξη», που λες με τόση γλύκα;
Τ’ αναγκερά στον άνθρωπο, τ’ αφήσατε απ’ έξω,
να πάρω απορρυπαντικό, για να το μαγειρέψω;
Την Τσικνοπέμπτη πείτε μου, τι θα ’χω να τσικνίσω;
Θα βάλω ένα μαλαχτικό…και θα σας το χαρίσω!