Ιερομονάχου Χριστοδούλου Αναγνωστοπούλου

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως

Υπ. Διδάκτορος Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

 

Ακόμη μία επέτειος, της μνήμης του Αγίου και Δικαίου Ευδοκίμου, ανέτειλε μέσα στο λειτουργικό και ιστορικό χώρο της Εκκλησίας μας.  

 

Όλοι εμείς  που διαμένουμε στην επαρχία του Παγγαίου αλλά και όσοι για κάποιο χρονικό διάστημα είχαν κάποια σχέση με την περιοχή και την εκκλησία,  αυτήν την ημέρα η σκέψη μας στρέφεται στο μακαριστό μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως κυρό Ευδόκιμο τον Κρή. Συμπληρώνονται φέτος 22 χρόνια από την κοίμησή του. 

 

​Ο μακαριστός Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως κυρός Ευδόκιμος Κοκκινάκης (κατά κόσμον Μιχαήλ), ένατο τέκνο της οικογένειάς του,  σε σύνολο δώδεκα αδελφών γεννήθηκε την 14η  Νοεμβρίου 1921, στον Άγιο Θωμά Ηρακλείου Κρήτης. Στην ανήλικη περίοδο της ζωής του εγκαταβιώνει στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου.

 

Έχοντας ως εφαλτήριο  την αγάπη του προς τον Θεό και την Εκκλησία,  τις βάσεις και την αγωγή που του ενέπνευσαν η πνευματική του οικογένεια (ιερείς του χωριού και των μοναστηριών της περιοχής), αλλά και η κατά σάρκα οικογένεια, ιδιαιτέρως η απλή και καλοκάγαθη κ. Φωτεινή, η οποία με πόνο αλλά και ευλάβεια έδωσε την ευχή της να αποδημήσει το σπλάχνο της σε μέρη μακρινά, αφού γνώριζε πολύ καλά ότι θα επιτηρούνταν υπό την σκέπη και προστασία της Κυρίας Θεοτόκου, της μάνας και παρηγοριάς όλου του κόσμου. 

 

Με τις πνευματικές πλέον υποδείξεις του πολιού Γέροντός του, κάνοντας υπακοή δέχθηκε τον πρώτο βαθμό της Ιερωσύνης στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου και μετά από δώδεκα έτη διακονίας ως ιεροδιάκονος, έλαβε τον δεύτερο βαθμό της Ιερωσύνης στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως  της Θεοτόκου  Κομοτηνής και αυθημερόν προεχειρίσθη και εις το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου. 

 

​​Ο μακαριστός κυρός Ευδόκιμος, μετά την πολυετή του διακονία και προσφορά στην Εκκλησία ως διάκονος και ιερομόναχος, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό εξελέγητην 1η Οκτωβρίου 1984 υπό της Σεπτής Ιεραρχίας «ψήφοις κανονικαίς» Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως, η οποία ήταν χηρεύουσα, μετά την εις Κύριον εκδημία του Μητροπολίτου κυρού Αμβροσίου Νικολάου, του από Χριστουπόλεως. 

 

Όσοι είχαμε τη χαρά, για μια 19ετία, να τον έχουμε ποιμενάρχηνιώθουμε ευγνώμονες στον πανοικτίρμονα Θεό γι’ αυτήν τη μεγάλη ευλογία. 

 

Τα χαρίσματα που τον διέκριναν, όπως διορατικότητα, παρρησία, εύτολμο και δυναμικό χαρακτήρα, θεολογική παιδεία και ευρυμάθεια, εμπειρία ποιμαντικού και κοινωνικού έργου, βοήθησαν ώστε να συνεχίσει και να αυξήσει το ποιμαντικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, φιλανθρωπικό και εθνικό έργο των προκατόχων του,  βάζοντας και αυτός το δικό του λιθαράκι στη χορεία των επισκόπων της Ελλάδος και δη της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως

 

Κρήτη, Άγιον Όρος, Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή, Βόλος, Αμερική, Αθήνα. Περιοχές που σμίλευσαν την καρδιά του και τη ψυχή του μακαριστού, ώστε εμείς να χαιρόμαστε για την επί γης συναναστροφή και επικοινωνία μαζί του. Άλλωστε ο γράφων ενθυμούμενος το του  Αρχαίου Έλληνος και φιλοσόφου (384-322 π. Χ.)Αριστοτέλους: «Μάλλον φιλούσιν οι ποιήσαντες ευ τους παθόντας ή οι παθόντες ευ τους ποιήσαντας» δηλαδή, περισσότερο αγαπούν οι ευεργέτες τους ευεργετούμενους παρά οι ευεργετούμενοι τους ευεργέτες, έχει να διηγηθεί πλείστα προσωπικά βιώματα  και περιστατικά τόσο για τον ίδιο όσο και για άλλους κληρικούς είτε βρίσκονταν υπό την πνευματική κηδεμονία του είτε όχι.

 

Με την ευστροφία που τον διέκρινε, το πατρικό ενδιαφέρον, τη γεμάτη καλοσύνη και αγάπη «καρδιά» του, καθώς και την ευγενική ψυχή του, συγκέντρωσε γρήγορα πολλούς ανθρώπους, κυρίως νέους, που είχαν την κλίση από τον Θεό και δέχθηκαν παράλληλα την κλήση του ποιμενάρχη Ευδοκίμου, αποφασίζοντας να διακονήσουν τον Χριστό και την Εκκλησία. Ένας από αυτούς και ο γράφων. Γι’ αυτό και επιμένω πάντοτε στις σχέσεις που είχε ο μακαριστός Ευδόκιμος με τους ιερείς, καθώς έχω άμεση γνώση και βίωμα. 

 

Η Μητρόπολη ήταν το καταφύγιό μας, όπου εκεί θα τον συναντούσαμε καθημερινά στο γραφείο του, να πούμε μία καλημέρα αν δεν μας απασχολούσε κάτι σοβαρό. Ήταν τόσο μεγάλη η πατρική του αγάπη, ώστε να νιώθουμε τη Μητρόπολη δεύτερο σπίτι μας, τόσο για εμάς του ιερείς όσο και γι’ αυτούς που εργάζονταν στα γραφεία της Μητροπόλεως.

 

Μας διηγούνταν μία φορά η οικονόμος ότι τον είδε που έψαχνε στο βάθος του ψυγείου και όταν είδε ότι λείπει αυτό που λαχτάρισε εκείνη τη στιγμή να γευθεί, τη ρώτησε απλά και ανυπόκριτα: ήρθαν πάλι τα ποντικάκια; Και εκείνη χαμογέλασε και απάντησε καταφατικά. 

 

Στα 19 χρόνια της αρχιερατείας του έδωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα απλόχερα οφίκια στους ιερείς, εγγάμους και αγάμους. Στους διακόνους δεν το συνήθιζε.

 

Όμως έκανε την εξαίρεση για τον π. Ιερώνυμο χειροθετώντας τον αρχιδιάκονο, όπως αργότερα και την ταπεινότητά μου, αποδεχόμενος την πρόταση αδελφών ιερέων,  όπου με βρήκε η κοίμησή του σε αυτόν τον βαθμό. 

 

Ο μακαριστός Ευδόκιμος συμβούλευε συχνά τους ιερείς του: «Καλλωπίστε τους ναούς όσο μπορείτε περισσότερο όσο είμαι ακόμη εν ζωή, στηρίξτε τον διάδοχό μου όταν φύγω και μην εγκαταλείψετε τον τόπο».

 

Προσευχόταν να στείλει ο Θεός καλούς ανθρώπους που θα στελεχώσουν το δυναμικό της επαρχίας του.

 

Έβγαλε αναστήματα όπως τον π. Κωνσταντίνο, τον π. Ευσέβιο, τον π. Κοσμά και πολλούς άλλους καλούς κληρικούς, που η πρόνοια του Θεού τα έφερε έτσι ώστε σήμερα  να υπηρετούν σε άλλους τόπους μακρινούς με τον ίδιο και περισσότερο ζήλο.

 

Μας δίδαξε να ευλαβούμαστε με όλη τη  δύναμη της ψυχής μας το πανυπερευλογημένο πρόσωπο και όνομα της Μητέρας του Θεού και δικής μας Μητέρας.

 

Παρών στους χαιρετισμούς της Μεγάλης Σαρακοστής αλλά και καθημερινά στις παρακλήσεις της περιόδου του Δεκαπενταύγουστου. Πόσο στεναχωριόταν όταν τελείωνε ο Αύγουστος, ο μήνας της Παναγίας μας, το Πάσχα του καλοκαιριού. Πλήρης συγκίνησης όταν τον βλέπαμε να γράφει την εγκύκλιο για την Κοίμηση και Μετάστασή της.

 

Τα τελευταία χρόνια που βάρυνε σωματικά και ασθένησε περισσότερο, λόγω της ηλικίας,  μας έλεγε ότι δεν θα εορτάσει φέτος τα ονομαστήριά του.

 

Αλλά μετά από λίγο το μετάνιωνε και έπαιρνε τηλέφωνο να καλέσει τους αδελφούς του αρχιερείς και να επιληφθεί ο ίδιος τα δώρα τους για τη τιμή και τη χαρά να είναι κοντά του αυτή την ημέρα. Ίσως αυτή η γιορτή να είναι η τελευταία, μας έλεγε.

 

Όμως, ως τω Κυρίω έδοξε, ούτω και εγένετο! Ήλθε και για τον γέροντα η ώρα της αποχωρήσεως από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα φθαρτά στα άφθαρτα, από τα γήινα στα επουράνια. Και όλοι εμείς περίλυποι για τον προσωρινό αποχωρισμό αλλά χαρούμενοι γιατί αποκτήσαμε έναν παράκλητο στον ουρανό όπως είχε πει στον επικήδειο λόγο του ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Χριστόδουλος. 

 

Σεβαστέ και αλησμόνητε γέροντα, μας πήρες νεαρά παιδιά και μας μετέβαλες με τη χάρη της ιερωσύνης σε πρίγκηπες, όπως χαρακτηρίζουν τους ιερείς, οι πατέρες της Εκκλησίας.

 

Υπήρξες ο πνευματικός μας πατέρας που μας δίδαξες με τον τρόπο και το ήθος σου την αφοσίωση,  την πίστη και την αγάπη προς το Θεό, την Εκκλησία Του και τα πλάσματά Του.  

 

Μας δίδαξες την ταπείνωση, την υπομονή και την συγχωρητικότητα. Εύχου και τώρα, εμείς με το πετραχήλι μας από την στρατευομένη εκκλησία, Εσύ με το ωμοφόριό σου από τη θριαμβεύουσα εκκλησία, να ανταμώσουμε στην ατελεύτητη πατρίδα μας και να μετέχουμε της αληθινής και αιώνιας ζωής, υμνώντας και δοξολογώντας τον Άγιο Θεό μας, με τον υπέροχο αναβαθμό που συνηθίζαμε να ψάλλουμε, πρώτος εσύ συγκινημένος, πάντοτε, μετά από κάθε υλική τράπεζα «Κύκλω της τραπέζης σου ευφράνθητι, καθορών σου Ποιμενάρχα, τα έκγονα φέροντα, κλάδους αγαθοεργίας». (Όγδοος Αναβαθμός Γ΄ Ήχου).