γράφει η

Χρύσα Πυραλεμίδου

 

Αν έχεις κάτσει σ’ αυτή την καρέκλα... 

 

έχεις ζήσει καλοκαίρια που δε χωράνε σε φωτογραφίες, ούτε σε likes. Καλοκαίρια που η θάλασσα μύριζε αντιηλιακό τύπου Carroten, τα χέρια κολλούσαν από το αλάτι και τη φέτα καρπούζι, και τα απογεύματα κρατούσαν για πάντα.

 

Αυτή η καρέκλα ήταν εκεί όταν έκανες πυργάκια και έπαιζες με τις... τάπες και τις μπουγελόφατσες στην άμμο, όταν έκλαιγες γιατί δε σε άφηναν να μπεις ξανά στο νερό μετά το φαγητό, όταν σε μάλωνε η μάνα σου γιατί έσκισες την παντόφλα κάνοντας κόντρες στην άμμο με τα ξαδέρφια σου.

 

Ήταν εκεί όταν κοίταζες για ώρα εκείνη τη μία και μοναδική που γελούσε δυνατά με τις φίλες της, με τη μυτούλα της καμένη από τον ήλιο.  Ήσουν σίγουρος ότι θα την παντρευτείς. Δεν την ξανάδες ποτέ. Και ήταν εκεί όταν, το επόμενο καλοκαίρι κοιτούσες εκείνη με τις κοτσίδες και το μαύρο λαστιχάκι στο πόδι – που την τραβούσε ο πατέρας της να της φορέσει μπλουζάκι γιατί «έπιασε αέρας». Δεν είπε λέξη. Ίσως μόνο ένα βλέμμα, κάτι ανάμεσα σε ντροπή και χαμόγελο. Κι εσύ το φύλαξες κάπου βαθιά, χωρίς να το καταλάβεις.

 

Ήταν εκεί όταν τον κοίταζες να παίζει ρακέτες λίγο πιο πέρα, με εκείνο το άτσαλο χαμόγελο και τα μαλλιά του κολλημένα από το νερό. Ήθελες να σου μιλήσει. Δεν το έκανε ποτέ. Αλλά για ένα ολόκληρο καλοκαίρι, ένιωθες πως κάτι υπήρχε.

 

Ήταν εκεί όταν ξυπνούσες ιδρωμένος/η απ’ τη μεσημεριανή σιέστα, με το μουσκεμένο μαξιλάρι και το σεντόνι κολλημένο στην πλάτη. Έβγαινες στην αυλή ξυπόλυτος/η, και η καρέκλα σε περίμενε πάντα στη σκιά, μισοζεστή απ’ τον ήλιο. Κάθεσαι κι αφουγκράζεσαι – τ’ ακούς; Τζιτζίκια, ποδήλατα που περνούν βιαστικά,  ένα λάστιχο που ποτίζει τα λουλούδια και ταυτόχρονα βρέχει το δρόμο. Τίποτα δεν συμβαίνει. Κι όμως, είναι όλα εκεί.

 

Κι εκεί δίπλα, πάντα το φελιζολένιο παγούρι με το μεγάλο πορτοκαλί καπάκι-ποτηράκι και το παγωμένο νερό που στάζει στα πλάγια από το κρύο, και τα σάντουιτς τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, που μόλις άνοιγες σου γέμιζαν τη μύτη με μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμί ντομάτα και ρίγανη. Αυτές οι μικρές στιγμές, ανάμεσα στο παιχνίδι και τη ζέστη, ήταν σαν μια μυστική όαση δροσιάς και γεύσης.

 

Σ’ αυτή την καρέκλα κάθισες με τη γιαγιά σου, που σου έδινε κεράσια από τη σακούλα και σου έλεγε ιστορίες γεμάτες λέξεις και μυρωδιές. Ήταν εκεί όταν έμαθες τι σημαίνει να περιμένεις τον ήλιο να δύσει απλά για να πεις "ήταν μια ωραία μέρα". Ήσουν παιδί – κι αυτό ήταν αρκετό.

 

Κι αν έριχνες μια ματιά τώρα, θα έβλεπες τα σημάδια — το μικρό σπάσιμο στο μπράτσο, το ξεφτισμένο χρώμα στο κάθισμα που πάντα αναστέναζε όταν καθόσουν. Κι όμως, μέσα της κρύβει όλη την παιδική σου ανεμελιά, εκείνα τα καλοκαίρια που ακόμα μυρίζουν γλυκιά νοσταλγία.

 

Σαν το άρωμα της βρεγμένης άμμου και το τραγούδι των τζιτζικιών που συνοδεύουν τις ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού κάτω από τον καυτό ήλιο. Είναι η σιωπηλή μαρτυρία μιας εποχής που πέρασε, αλλά δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από μέσα σου.

 

Κι αν τη βρεις τώρα, κάπου πεταμένη σε μια αποθήκη πίσω από ένα καφενείο σε κάποιο νησί, ή ακόμη, ξεχασμένη στην πρύμνη ενός φέρυ μποτ, μην την προσπεράσεις βιαστικά. Κάτσε. Έστω και για λίγο. Άφησε τον ήλιο να ζεστάνει ξανά το πλαστικό της, άκου τον αέρα που φυσάει ανάμεσα στα σκασμένα της σημεία, και νιώσε τη σιωπή που κουβαλάει — τη σιωπή των καλοκαιριών που έφυγαν, αλλά δεν ξεχάστηκαν. Θα σε πάει πίσω. Στα καλοκαίρια τα παλιά. Τα δικά μας. Τα καλά. Τα αθώα. Τα γαμάτα. Εκεί που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά, τα γέλια είχαν άλλη γεύση και κάθε στιγμή ήταν μια μικρή αιωνιότητα.