γράφει ο

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Η πολυτάραχη ιστορία της ελληνικής πολιτικής από το 1945 και μετά δείχνει ότι όπου υπάρχει ένα κενό συχνά υπάρχουν προβλήματα.

 

Αυτό ουδέποτε ήταν εμφανέστερο από τη δεκαετία που ακολούθησε την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση που ξέσπασε το 2007, όταν η χώρα αργά, αλλά αδυσώπητα βρέθηκε στη δίνη των κενών υποσχέσεων του λαϊκισμού. Ο “εναγκαλισμός” της Ελλάδας με μια λαϊκιστική κυβέρνηση ήταν σχετικά σύντομος. Αλλά η ζημιά ήταν βαθιά...”.

 

Ο πρόλογος του άρθρου του Κυριάκου Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού στο “Economist” (2/2/24) επιχειρεί ένα τεράστιο άλμα στο κενό -και δεν εννοώ το άλμα στον χρόνο που καλύπτει 72 ολόκληρα χρόνια.

 

Έγραψε το συγκεκριμένο άρθρο με αφορμή την επιβράβευσή του από το ίδιο το περιοδικό για κάτι σχετικό με την οικονομία της Ελλάδας που, ασφαλώς, αυτό το “κάτι τι”, δεν έγινε αντιληπτό από τον λαό μας.

 

Υπό αυτή την έννοια και το θέμα του άρθρου στερείται περιεχομένου εφόσον παραμένει αόρατο στην αδαή κοινωνία.

 

Ευκαιρία, λοιπόν, ν' ασχοληθούμε λίγο με την “κενολογία” των αναθεωρητών -όχι απλώς της Ιστορίας αλλά και των εννοιών και των αξιών της επίσης.

 

Εβδομήντα δύο ολόκληρα χρόνια “ιστορίας της ελληνικής πολιτικής” που τα χαρακτηρίζει “ένα κενό”, το οποίο “κενό”, σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη(!), μάλλον δημιουργεί “προβλήματα”.

 

Όμως αν σκεφτείς πως το ελληνικό κράτος υπήρξε τόσο το καταφύγιο των γερμανοτσολιάδων όσο και το καταφύγιο των στρατοκρατών της εφταετίας 1967-1973 και δεχτείς τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν επιχειρήθηκε η αποναζιστικοποίηση και η αποχουντοποίηση του ελληνικού κράτους -δημόσιου και βαθέος παρακράτους- θα καταλήξεις, το δίχως άλλο, στο συμπέρασμα πως ουδέποτε υπήρξε “κενό” στη συνέχεια της “ελληνικής πολιτικής” και του ελληνικού κράτους.

 

“Κενό” δεν υπήρξε ούτε την περίοδο που το κίνημα της ανεξάρτητης Κοινωνικής Αριστεράς προώθησε τον ΣΥΡΙΖΑ στα κυβερνητικά έδρανα της Βουλής με την εξουσιαστική δύναμη να παραμένει στα πλοκάμια του βαθέος κράτους της Δεξιάς και του Παρακράτους της.

 

Αφού αποκαταστήσαμε τη συνέχεια της ιστορίας ας κάνουμε το χατίρι των αναθεωρητών και ας μιλήσουμε για τον “εναγκαλισμό”.

 

Στο σημείο αυτό, ουδέποτε ήταν εμφανέστερο εκείνο το προτέρημα που χαρακτηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως νεοναζιστή πολιτικό: υποστηρίζει το ψέμα ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

 

Σε αποικία χρέους κατάντησαν την Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ αφού κατάκλεψαν τα δημόσια ταμεία και κατέστρεψαν τις ζωές εκατομμυρίων ελλήνων πολιτών.

 

Αληθειοφόρο συμβάν που παραδέχτηκαν, κατόπιν εορτής, σε κρίσεις αναδρομικής ενοχής ορισμένοι εκ των αξιωματούχων άτυπων οργάνων ναζιστικής δομής όπως η Κομισιόν: ο πρώην Πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε ότι “...τσαλακώσαμε την αξιοπρέπεια των Ελλήνων...”.

 

Ο πρώην επικεφαλής του Γιουρογκρουπ Γερούν Ντάισελμπλουμ ομολόγησε ότι το πρώτο μέλημα της Ε.Ε όταν ξεσπασε η κρίση, και η Ελλάδα αντιμετώπισε τον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης, ήταν να διασωθούν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες που ήταν πολύ εκτεθειμένες.

 

Ο Επίτροπος Οικονομικών της Κομισιόν Πιερ Μοσκοβισί είπε ότι “...Είναι ένα σκάνδαλο σε ό, τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες... διότι το να αποφασίζεις με αυτόν τον τρόπο τη μοίρα ενός λαού (του ελληνικού λαού) το να επιβάλεις λεπτομερειακά αποφάσεις για τις συντάξεις, την αγορά εργασίας... Μιλώ για τις βασικές λεπτομέρειες της ζωής μιας χώρας (της Ελλάδας) που αποφασίστηκαν σε έναν οργανισμό κεκλεισμένων των θυρών οι εργασίες του οποίου ετοιμάζονται από τεχνοκράτες, χωρίς τον ελάχιστο έλεγχο ενός κοινοβουλίου...”.

 

Ίσως ο πιο εμβληματικός διανοούμενος της σύγχρονης Γερμανίας, ο Γιόργκεν Χάμπερμας ο οποίος θεωρείται η συνείδηση της Γερμανίας με επιρροή σε όλους τους πολιτικούς χώρους δεν δίστασε να χαρακτηρίσει πραξικόπημα αυτό που υπέστη η Ελλάδα από τους δανειστές της τον Ιούλη του 2015: “...Η γερμανική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατικής πτέρυγάς της, έπαιξε σε μία νύχτα στα χαρτιά και έχασε όλο το πολιτικό κεφάλαιο που μια καλύτερη Γερμανία είχε συσσωρεύσει εδώ και μισό αιώνα...”. - “The Guardian” 15/7/2015-

 

Ο φιλόσοφος γνωρίζει, από πρώτο χέρι, πως όχι μόνο δεν έγινε ποτέ η αποναζιστικοποίηση του γερμανικού κράτους αλλά και πως το μεταπολεμικό γερμανικό κράτος στήθηκε με τη βοήθεια και τη συνδρομή διοικητικών ανώτατων στελεχών του ναζιστικού μηχανισμού του Χίτλερ.

 

Αλλά κι εμείς, ο λαός, γνωρίζουμε πού το πάει ο κ. Μητσοτάκης(!) όταν χρησιμοποιεί τον όρο “λαϊκισμός-λαϊκιστής”.

 

Υποστηρίζει, για παράδειγμα, ο Ιταλός κοινωνιολόγος Έντζο Τραβέρσο ότι “...Ουσιαστικά πρόκειται για μια αντίληψη που προϋποθέτει τον νεοφιλελευθερισμό σαν κανόνα και όλα τα είδη της κριτικής εναντίωσης προς αυτόν ονομάζονται αυτόματα λαϊκιστικά...

 

Με άλλα λόγια, θα έλεγα ότι, σύμφωνα με την επικρατούσα τάση στον λόγο, ο λαϊκισμός σημαίνει κάθε πολιτικό φαινόμενο που υπάρχει χωρίς την έγκριση του ΔΝΤ και της ΕΚΤ...”.

 

Με τη σειρά του ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζακ Ρανσιέρ μας οδηγεί στις ρίζες του όρου: “... Ο όρος λαϊκισμός δεν χρησιμεύει για να χαρακτηρίζει καμιά καθορισμένη πολιτική δύναμη... Δεν δηλώνει μια ιδεολογία, ούτε καν ένα συνεκτικό πολιτικό ύφος. Χρησιμεύει απλώς για να σκιαγραφήσει την εικόνα ενός ορισμένου λαού... που χαρακτηρίζεται από την επίφοβη μείξη μιας ικανότητας -της γυμνής δύναμης του μεγάλου αριθμού- και μιας ανικανότητας -της αδαημοσύνης που αποδίδεται στον ίδιο αυτό μεγάλο αριθμό.

 

Το τρίτο γνώρισμα, ο ρατσισμός, είναι βασικό γι' αυτή την κατασκευή. Το ζητούμενο είναι να δειχθεί στους δημοκράτες... τι είναι στ' αλήθεια ο βαθύς λαός: ένα σκυλολόι που διέπεται από μια πρωταρχική παρόρμηση απόρριψης, η οποία βάζει συγχρόνως στο στόχαστρο τόσο τους κυβερνώντες, τους οποίους κηρύσσει προδότες, καθώς δεν κατανοεί την πολυπλοκότητα των πολιτικών μηχανισμών, όσο και τους ξένους τους οποίους φοβάται λόγω της αταβιστικής προσκόλλησής του σε ένα πλαίσιο ζωής που απειλείται από τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη...

 

Γι' αυτό χρειάζεται να ξαναφέρει στο προσκήνιο μια εικόνα του λαού που φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από στοχαστές όπως... ο Gustave Le Bon, τρομοκρατημένους από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος: την εικόνα των αδαών μαζών που εντυπωσιάζονται από τα βαρύγδουπα λόγια των “καθοδηγητών” και καθοδηγούνται σε ακραίες βιαιότητες μέσω της κυκλοφορίας ανεξέλεγκτων φημών και μεταδοτικών τρόμων...”.

 

Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι όπως συνεχίζουν να μελετούν το “Η Έννοια του Πολιτικού” του νομικού του ναζισμού Καρλ Σμιτ (Βορίδης στη Βουλή) έτσι και με το βιβλίο του Λε Μπον “Ψυχολογία των Μαζών” δεν χάνουν ευκαιρία να το συμβουλευτούν.

 

Εξάλλω, σε ανύποπτο χρόνο, ο Κούλης, ως Αρχηγός της ΝΔ, συνελήφθη να λεμπονίζει ασυστόλως -ποιος ξεχνά τα περί “...αδαούς κοινωνικής πλειοψηφίας...”;

 

“...Ο πυρήνας των ιδεών του Le Bon... συνιστά τη νομιμοποιητική βάση απαξίωσης κάθε μορφής συλλογικής συγκρουσιακής πολιτικής διεκδίκησης... αλλά και της παντελούς άρνησης του πολιτικού της ρόλου.

 

Το εξ ορισμού, άρρωστο και ανόητο πλήθος δεν έχει τίποτα το σοβαρό να εκφράσει. Ως εκ τούτου, αδρανοποιείται ο ρόλος των όποιων εύλογων συλλογικών διεκδικήσεων εν όψει ανισότητας, αδικιών και αποστερήσεων. Συνάμα αποσιωπάται ο ρόλος της εξουσιαστικής βίας και καταστολής, που έχει πολλές φορές λειτουργήσει άλλοτε ως πυροκροτητής και άλλοτε ως ενισχυτής συλλογικών συγκρουσιακών αντιδράσεων.

 

Νομιμοποιείται και η αναγκαιότητα της καταστολής και του προληπτικού περιορισμού της συγκρουσιακής πολιτικής έκφρασης του πλήθους, εφόσον αυτή συνιστά ευθεία αντανάκλαση και έκφραση της εγγενούς ψυχοπαθολογίας του...”. (δες το συλλογικό “Λαϊκισμός: Μια ατίθαση λέξη” που κυκλοφόρησε η “ΕφΣυν”).

 

Έχω την αίσθηση πως θα έχουμε στο άμεσο μέλλον πολλές ευκαιρίες να “τσεκάρουμε” τον λεμπονισμό του κ. Μητσοτάκη (!).

 

Όπως και να 'χει, κλείνοντας το άρθρο του έκανε σαφές σε αυτούς που απευθύνονταν πως η σκέψη του Λε Μπον και Σμιτ όπως και η πρακτική της Θάτσερ κατευθύνουν την πολιτική του όπου “... στον πυρήνα της κάθε πτυχή (αυτής) της πολιτικής... σχετίζεται πάντα με το άτομο, την οικογένεια και την ευημερία του νοικοκυριού...”, εξαφανίζοντας τις κοινωνίες των πολιτών.