γράφει ο

Δημήτρης Μπουντάς

 

Υπάρχει μια παράξενη συνήθεια στο ποδόσφαιρο: κάθε γενιά ψάχνει τον διάδοχο της προηγούμενης.

 

Οι Βραζιλιάνοι έψαχναν τον νέο Πελέ, οι Ολλανδοί τον νέο Κρόιφ, οι Αργεντινοί τον νέο Μαραντόνα.

 

Στην Αργεντινή, υπάρχει μια εμμονή με τον αριθμό «10» κι όταν αυτός φορά την «αλμπισελέστε» φανέλα.

 

Και κάπου εκεί, ένα παιδί από το Ροσάριο βρέθηκε να κουβαλά μια ταμπέλα που δεν ζήτησε ποτέ.

 

Ο Λιονέλ Μέσι δεν ήταν ο νέος Μαραντόνα. Δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο παράσημό του.

 

Τον θαύμαζε βαθιά. Έχει μιλήσει αμέτρητες φορές για το ταλέντο, τη φαντασία και την ηγετική αύρα του Ντιέγκο. Όμως δεν τον μιμήθηκε. Δεν αντέγραψε τις κινήσεις του, δεν υιοθέτησε τη δημόσια περσόνα του, δεν προσπάθησε να ζήσει ως επανάληψη ενός μύθου. Και ίσως αυτό να είναι το πιο τίμιο πράγμα που έκανε απέναντι στην ιστορία της Αργεντινής.

 

Ο Μαραντόνα ήταν επανάσταση. Ο Μέσι ήταν εξέλιξη.

Ο ένας έμοιαζε να παίζει ποδόσφαιρο σαν να τσακωνόταν με τον κόσμο. Ο άλλος σαν να συνομιλούσε μαζί του.

 

Οι αριθμοί του δεν χρειάζονται υπεράσπιση. Μέχρι το καλοκαίρι του 2026, ο Μέσι έχει καταγράψει μια καριέρα που δύσκολα χωρά σε μια παράγραφο:

8 Χρυσές Μπάλες (ρεκόρ).

1 Παγκόσμιο Κύπελλο.

2 Copa América.

 

Η μεγαλύτερη «απάτη» που μας πούλησε...

Για είκοσι χρόνια ο Μέσι μας εξαπατούσε με τον πιο όμορφο τρόπο. Μας έκανε να πιστεύουμε ότι το παράλογο είναι φυσιολογικό.

 

Ότι μπορείς να έχεις πέντε αμυντικούς μπροστά σου και παρ’ όλα αυτά να περάσεις.

 

Ότι μπορεί να έχουν κλείσει όλοι οι διάδρομοι και να εμφανιστεί ένας που δεν υπήρχε.

 

Ότι ένα κακό παιχνίδι μπορεί να αλλάξει με μία επαφή, μια προσποίηση, ένα πλασέ στο «Γ».

 

Αυτό δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι αλλοίωση της ποδοσφαιρικής μας αντίληψης.

 

4 Champions League.

 

Πάνω από 870 επίσημα γκολ σε συλλόγους και εθνική ομάδα.

 

Πάνω από 390 ασίστ.

 

Περισσότερες από 1.250 συμμετοχές σε γκολ στην καριέρα του. FIFA

 

Αλλά οι αριθμοί, όσο εξωφρενικοί κι αν είναι, δεν εξηγούν το σημαντικότερο: την αίσθηση ότι κάθε φορά που έπαιρνε την μπάλα, κάτι ασυνήθιστο μπορούσε να συμβεί.

 

Η στατιστική το επιβεβαιώνει...

Στις καλύτερες σεζόν του στη Μπαρτσελόνα, ο Μέσι συνδύαζε ταυτόχρονα κορυφαία εκτέλεση και κορυφαία δημιουργία — κάτι εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και για παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

 

Η Opta και το FBref τον καταγράφουν διαχρονικά ανάμεσα στους κορυφαίους σε key passes, shot-creating actions, progressive carries και expected assists.

 

Η αδικημένη διετία στο Παρίσι

Υπάρχει ένα κομμάτι της καριέρας του που συχνά αντιμετωπίζεται άδικα: η περίοδος στην Παρί Σεν Ζερμέν.

Η αφήγηση λέει ότι «δεν πέτυχε». Οι αριθμοί λένε κάτι πολύ διαφορετικό.

 

Στις δύο σεζόν του στο Παρίσι (2021-22 και 2022-23) κατέγραψε:

32 γκολ

35 ασίστ

67 άμεσες συμμετοχές σε γκολ σε όλες τις διοργανώσεις.

Και το πιο εντυπωσιακό δεν είναι αυτό.

 

Στη σεζόν 2022-23:

είχε 16 ασίστ στη Ligue 1 (πρώτος στο πρωτάθλημα), ξεπέρασε τις 90 μεγάλες ευκαιρίες που δημιούργησε σε όλες τις διοργανώσεις, βρισκόταν στην κορυφή της Ευρώπης σε expected assists ανά 90 λεπτά μεταξύ των επιθετικών υψηλού όγκου συμμετοχής.

 

Δηλαδή, στα 35-36 του χρόνια, όταν υποτίθεται ότι είχε αφήσει πίσω την κορυφή του, παρέμενε ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς στον κόσμο.

Αυτό είναι το στοιχείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Ο νεαρός Μέσι κατέστρεφε άμυνες με εκρήξεις. Ο ώριμος Μέσι κατέστρεφε άμυνες με αποφάσεις.

 

Τι έχασε πραγματικά η Μπαρτσελόνα

Η πιο αποκαλυπτική σύγκριση δεν είναι με άλλους παίκτες. Είναι με την ίδια τη Μπαρτσελόνα μετά την αποχώρησή του.

 

Τη σεζόν 2020-21, την τελευταία του στο «Καμπ Νόου», ο Μέσι είχε:

38 γκολ

14 ασίστ

Πάνω από 110 key passes

Πάνω από 140 δημιουργίες ευκαιριών σε όλες τις διοργανώσεις.

 

Την αμέσως επόμενη χρονιά, η Μπαρτσελόνα όχι μόνο έχασε τον πρώτο της σκόρερ, αλλά κυρίως τον παίκτη που λειτουργούσε ως κεντρικός μηχανισμός παραγωγής ευκαιριών.

 

Οι προωθημένες μετρήσεις δείχνουν σημαντική πτώση σε: τελικές πάσες, δημιουργία μεγάλων ευκαιριών, shot-creating actions από τον κεντρικό διάδρομο, προοδευτικές μεταφορές μπάλας στο τελευταίο τρίτο.

 

Με απλά λόγια: η Μπαρτσελόνα δεν έχασε μόνο γκολ. Έχασε τον ιθύνοντα νου, που δημιουργούσε τις συνθήκες για να μπουν.

 

Η Αργεντινή και η πιο δύσκολη επιστροφή

Το 2016, μετά τον χαμένο τελικό του Copa América, ο Μέσι ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την εθνική.

Εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να είχε τελειώσει η ιστορία. Θα παρέμενε ένας από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών.

 

Αλλά θα υπήρχε για πάντα εκείνο το «ναι, αλλά με την Αργεντινή…».

Και τότε έκανε το σημαντικότερο comeback της καριέρας του. Όχι επειδή επέστρεψε σε μια ομάδα. Επέστρεψε στο σημείο, όπου είχε πονέσει περισσότερο. Ακολούθησαν:

το Copa América 2021 στο Μαρακανά, το Finalissima 2022, και τελικά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022 στο Κατάρ.

Εκείνη η κατάκτηση δεν τον έκανε ξαφνικά GOAT. Όποιος χρειαζόταν ένα τρόπαιο για να καταλάβει τι έβλεπε επί δεκαπέντε χρόνια, μάλλον δεν παρακολουθούσε το παιχνίδι.

 

Το Μουντιάλ δεν συμπλήρωσε το βιογραφικό του. Άφησε ένα διαχρονικό αποτύπωμα στη σχέση του με την πατρίδα του.

Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο

Υπάρχει όμως και μια πλευρά που συχνά χάνεται μέσα στους τίτλους.

 

Ο Μέσι είναι Πρέσβης Καλής Θέλησης της UNICEF από το 2010 και μέσω του Leo Messi Foundation έχει χρηματοδοτήσει προγράμματα υγείας, εκπαίδευσης και προστασίας παιδιών σε διάφορες χώρες. Η UNICEF καταγράφει πολυετή συνεργασία μαζί του σε δράσεις για ευάλωτα παιδιά και πρόσφυγες. UNICEF

 

Κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει ισχυρισμοί ότι συνδέεται οικονομικά με το κράτος του Ισραήλ ή ότι αποκομίζει κέρδη από τέτοιες σχέσεις. Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρουσιαστεί αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοιο οικονομικό όφελος. Οργανισμοί fact-checking έχουν καταρρίψει διάφορα ψευδή αποσπάσματα και αναρτήσεις που του αποδίδονταν.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι θα συμφωνούν με κάθε δημόσια εμφάνιση ή συνεργασία του. Σημαίνει όμως ότι η συζήτηση οφείλει να βασίζεται σε επιβεβαιωμένα γεγονότα και όχι σε φήμες.

Η στιγμή που η λογική κέρδισε

Και φτάνουμε στην εικόνα που πονά περισσότερο: τον Μέσι να κάθεται στο χορτάρι, με το κεφάλι σκυμμένο, μετά από μια ήττα.

 

Η Ισπανία ήταν καλύτερη. Αυτό δεν μικραίνει την Αργεντινή ούτε τον ίδιο.

Ίσως, για πρώτη φορά έπειτα από δύο δεκαετίες, η λογική κατάφερε να τον προλάβει.

Γιατί ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Μέσι δεν ήταν ποτέ κάποιος αμυντικός. Ήταν ο χρόνος.

 

Και ο χρόνος έχει μια ιδιότητα που κανείς δεν νικά οριστικά. Οι ανάσες βαραίνουν. Τα πόδια κουράζονται. Το πρώτο κοντρόλ μπορεί να φύγει λίγο πιο μακριά. Μια πάσα που κάποτε περνούσε από την τρύπα της βελόνας μπορεί κάποτε να κοπεί. Το ξέραμε όλοι. Απλώς κάναμε ότι δεν το βλέπαμε. Επειδή μετά ερχόταν μια στιγμή. Μία. Ένα ρίξιμο του ώμου, μια προσποίηση, μια κάθετη πάσα. Και ξαφνικά ο χρόνος έτρωγε πάλι ντρίμπλα. Όχι για πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα.

 

Αλλά αρκετά ώστε να ξαναπιστέψουμε.

Το πραγματικό πένθος

 

Το δύσκολο δεν είναι να δεχτείς ότι ο Μέσι έχασε έναν τελικό. Το δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι οι ευκαιρίες λιγοστεύουν.

 

Κάποια μέρα η Αργεντινή θα βγει από τη φυσούνα. Θα ακουστεί ο ύμνος. Θα κοιτάξουμε τις φανέλες. Και το «10» δεν θα είναι εκεί. Θα υπάρξει ένα φάουλ έξω από την περιοχή. Κάποιος άλλος θα πάρει την μπάλα. Και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, εκατομμύρια άνθρωποι θα περιμένουν έναν κοντό να εμφανιστεί από την άκρη της εικόνας. Δεν θα εμφανιστεί. Τότε, θα μας χτυπήσει πραγματικά η απουσία.

 

Θα χρειαστούν δεκαετίες

Το ποδόσφαιρο θα συνεχίσει να παράγει σπουδαίους παίκτες. Θα υπάρξουν νέοι πρωταθλητές, νέοι κάτοχοι Χρυσής Μπάλας, νέα παιδιά που θα κάνουν τον κόσμο να σηκώνεται από τον καναπέ.

 

Αλλά η εμφάνιση ενός ποδοσφαιριστή που συνδύασε σε τέτοιο βαθμό εκτέλεση, δημιουργία, συνέπεια, διάρκεια, αισθητική και επιρροή στο ίδιο το παιχνίδι είναι γεγονός που πιθανότατα δεν επαναλαμβάνεται συχνά μέσα σε μια ανθρώπινη ζωή. Ίσως χρειαστούν πολλά χρόνια. Ίσως δεκαετίες.

 

Και όταν κάποτε εμφανιστεί κάποιος που θα πλησιάσει αυτό το επίπεδο, η σύγκριση θα είναι αναπόφευκτη.

Όμως εκεί βρίσκεται η ειρωνεία της ιστορίας...

Ο Μέσι πέρασε όλη του την καριέρα, ακούγοντας ότι πρέπει να συγκριθεί με τον Μαραντόνα.

Και τελικά έφτασε σε ένα σημείο όπου οι επόμενοι θα συγκρίνονται με εκείνον.

Αυτό είναι το πραγματικό μέγεθος ενός μύθου.

Όχι ότι νίκησε τον χρόνο. Αλλά ότι, για είκοσι ολόκληρα χρόνια, μας έκανε να πιστεύουμε πως ίσως μπορούσε. Και πάλι καλά.

 

Γιατί αυτά τα είκοσι χρόνια ήμασταν κι εμείς εκεί...