γράφει ο

Γιώργος Καρανίκας

 

Πολύς λόγος και κινητοποιήσεις είχαμε για το νέο εργασιακό Νομοσχέδιο που ψηφίζεται στη Βουλή και για μια φορά ακόμη είμαστε σε λάθος κατεύθυνση και οι μεν και οι δε μια και οι στατιστικές και οι μετρήσεις δείχνουν ποιο είναι το πρόβλημα στην Ελλάδα.

 

Μπορεί κάποτε όχι πολλά χρόνια πριν έλληνας πρωθυπουργός να χαρακτήριζε τους Έλληνες τεμπέληδες και για τον λόγο αυτό πήγε στο σπίτι του μια και μας έβαλε στον δρόμο των μνημονίων, αλλά προφανώς ούτε ο ίδιος ήξερε ότι πέρα από τα greekstatistics υπάρχουν και οι δημιουργικές μετρήσεις.

 

Σχεδόν κάθε χρόνο οι έρευνες οι οποίες δείχνουν ότι οι Έλληνες είμαστε ανάμεσα στους λαούς οι οποίοι δουλεύουν τις περισσότερες ώρες τον χρόνο. Η μελέτη του ΟΟΣΑ "τσαλακώνει" αυτή την εικόνα καθώς οι ώρες εργασίας δεν μεταφράζονται απαραίτητα και σε παραγωγικότητα (σ.σ. το αποτέλεσμα της πράξης ΑΕΠ χώρας / ώρες εργασίας).

 

Σύμφωνα τα στοιχεία του Οργανισμού που αποτελέσαν την πρώτη ύλη για να γίνει το παρακάτω infographic από την Statista, ανεξαρτήτως από το πόσο σκληρά εργάζεται ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα αυτό που παράγει για την τοπική οικονομία (σε όρους ΑΕΠ) απέχει "χιλιόμετρα" από ότι ένας εργαζόμενος στην Ιρλανδία. Συγκεκριμένα η εργασία μίας ώρας στην Ελλάδα συμβάλει 38,5 δολάρια στην οικονομία της χώρας όταν στην Ιρλανδία είναι υπερδιπλάσια (102,3 δολάρια).

 

Το ερώτημα είναι: Οι Έλληνες δουλεύουμε πολύ αλλά πόσο παραγωγικοί είμαστε;

 

Η Ελλάδα από τις αρχές του 2000 έως και το 2008 βρίσκονταν κοντά στον μέσο όρο ανταγωνιστικότητας των χωρών μελών του ΟΟΣΑ όμως από την αρχή της ύφεσης απομακρύνθηκε και πλέον βρίσκεται κάτω από την Τουρκία και πάνω από την Χιλή. Το θετικό όπως φαίνεται και από τον περσινό αντίστοιχο πίνακα είναι ότι η παραγωγικότητα στην χώρα μας βελτιώθηκε έστω και λίγο.

 

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγικότητα μίας χώρας είναι τρεις: οι επενδύσεις σε κεφαλαιακό εξοπλισμό, οι τεχνολογίες αιχμής που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία και η καλή οργάνωση και λειτουργία των αγορών.

 

Για την Ελλάδα από τα βασικότερα προβλήματα που συνδέονται με τους παραπάνω παράγοντες είναι η περιορισμένη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις καθώς και η έλλειψη θέσεων με υψηλή παραγωγικότητα καθώς και ο υψηλός αριθμός αυτοαπασχολούμενων.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιρλανδία, βρίσκεται στην κορυφή του κεντρικού πίνακα, καθώς εκεί έχουν συγκεντρωθεί οι κολοσσοί της παγκόσμιας τεχνολογίας ενώ γενικότερα στην λίστα του ΟΟΣΑ την πρώτη θέση κατέχει το Λουξεμβούργο όπου ο βασικός πυλώνας της οικονομίας είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας.

 

Πάμε τώρα στο Εργασιακό Νομοσχέδιο για το οποίο τόση φασαρία γίνεται.

 

Το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, με τον θεσμικό του ρόλο ως σύμβουλος της Πολιτείας, κατέθεσε ένα κείμενο τις προτάσεις του για το εργασιακό νομοσχέδιο.

 

Αναφέρει ότι το νέο εργασιακό νομοσχέδιο εμπεριέχει διατάξεις που κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά και πληθώρα διατάξεων που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και επαναδιατύπωσης ή απόσυρσης, καθώς κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση.

 

Η πρόσφατη υγειονομική κρίση αλλά πολύ περισσότερο η χρηματοπιστωτική, έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα αποτυπώματά τους, στην αγορά εργασίας της χώρας μας.

 

Οι οικονομικές αναταράξεις εκτόξευσαν την ανεργία σε πολύ υψηλά επίπεδα (άνω του 27%), ενώ ακόμα και σήμερα κατέχουμε τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας (16%), με την πραγματική ανεργία να υπολογίζεται πολύ μεγαλύτερη.

 

Στους νέους και στους μακροχρόνια άνεργους τα ποσοστά είναι πολύ μεγαλύτερα, οξύνοντας τις δομικές αδυναμίες του εργασιακού.

 

Οι συνθήκες στη χώρα μας έκαναν πολλούς συνανθρώπους μας να αναζητήσουν ευκαιρίες στο εξωτερικό και ιδιαίτερα το υψηλά καταρτισμένο προσωπικό (Brain drain), ενώ αυτοί που παρέμειναν ήρθαν αντιμέτωποι με χαμηλούς μισθούς και παροδική απασχόληση σε τομείς εκτός της εξειδίκευσής τους.

 

Αναπόφευκτα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, με την εισροή των ευρωπαϊκών κονδυλίων, επιβάλουν την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, με προσανατολισμό τη δημιουργία νέων και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας.

 

Αναμφίβολα, το εργασιακό νομοσχέδιο που εισήλθε στη διαβούλευση περιλαμβάνει θετικές διατάξεις που υλοποιούνται στη χώρα μας με καθυστέρηση.

 

Άρθρα τα οποία περιλαμβάνουν θετικές διατάξεις, τόσο για την εξάλειψη της βίας και της παρενόχλησης στο εργασιακό περιβάλλον όσο και άρθρα που αναφέρονται στον εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας με ποιοτικότερα χαρακτηριστικά και ισορροπίας επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής.

 

Εξίσου σημαντική είναι και η καθιέρωση των διαλειμμάτων στην ημερήσια εργασία, που θα αποφέρει αυτόματα αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

 

Επίσης, θετική είναι η εξομοίωση των εργατοτεχνικών με τους υπαλλήλους ως προς τις προϋποθέσεις και την αποζημίωση απόλυσης.

 

Στη σωστή κατεύθυνση κινείται και η θεσμοθέτηση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, μια και το (άρθρο 74), που θα αποτελέσει ένα καινοτόμο εργαλείο στους ελέγχους. Η άμεση υιοθέτησή της θα οδηγήσει αυτόματα σε μείωση της παραβατικότητας των εργοδοτών, ενώ οι εργαζόμενοι θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ασφάλεια. Συνεπώς, κρίνεται επιτακτική η καθιέρωση κινήτρων σε επιχειρήσεις που θα την υιοθετήσουν άμεσα, όπως μειώσεις ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων.

 

Από την άλλη πλευρά υπάρχουν διατάξεις που χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων ή ακόμα και κατάργησής τους, καθώς κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση.

 

Χαρακτηριστικά, το άρθρο 57, αναφέρεται στην πρόσθετη εργασία των απασχολούμενων μερικής απασχόλησης.

 

Επίσης η αύξηση του ανώτατου ορίου υπερωριών σε 150/έτος, από 120 ώρες/έτος για τις υπηρεσίες και 96 ώρες/έτος για τη βιομηχανία δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

 

Τέλος στο άρθρο 59 αναφέρεται στη δυνατότητα διευθέτησης του χρόνου εργασίας με ατομικές συμβάσεις. Η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ανακληθεί, αφού μπορεί να υποκρύψει φαινόμενα εξαπάτησης των εργαζομένων, όπως προσαρμογή της εργασίας με βάση τις δραστηριότητες της επιχείρησης, αντισταθμική ανάπαυση και χορήγηση μειωμένης απασχόλησης σε περιόδους αναιμικής δραστηριότητας.

 

Για άλλη μια φορά τονίζουμε την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.

 

Η αύξηση της κατανάλωσης, που αποτελεί το εφαλτήριο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, θα πραγματοποιηθεί μόνο με την αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων.

 

Η μείωση της ανεργίας και ιδιαίτερα των νέων, η δημιουργία νέων καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, που θα αντιστρέψει το Brain Drain, αλλά και η αύξηση του κατώτατου μισθού μόνο θετικό αντίκτυπο μπορεί να έχουν για την οικονομία και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.