γράφει ο

Αποστόλης Μπαμπατζίκος

 

“Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις…. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τί σημαίνουν…”

 

Ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης αποτύπωσε με ακρίβεια την ουσία του ταξιδιού του Οδυσσέα, στο ποίημα του “Ιθάκη” το μακρινό 1911.

 

Δυστυχώς, ο γενικότερα εξαιρετικός σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν δεν κατάφερε να συλλάβει ούτε στο ελάχιστο το πνεύμα και το βάθος του ομηρικού έπους και αυτή τη φορά η δουλειά του ήταν από μέτρια έως και απογοητευτική. Παρουσίασε μία επιδερμική ταινία δράσης με στοιχεία τρόμου, με απλά αντιπολεμικά μηνύματα, χάνοντας εντελώς τον πυρήνα του έργου.

 

Ήρθε η ώρα να κάνω μία κριτική στην πολυδιαφημισμένη ταινία, την “Οδύσσεια” του Κρίστοφερ Νόλαν, γράφοντας ως απλός θεατής και αρθρογράφος του KavalaNews.gr και όχι ως κριτικός κινηματογράφου ή ως ειδικός.

 

**Στο κείμενο μου υπάρχουν πάρα πολλά spoilers οπότε όσοι δεν είδατε την ταινία, καλύτερα μην διαβάσετε το κείμενο, εκτός φυσικά αν δεν σας ενοχλεί να μάθετε λεπτομέρειες πριν την δείτε.

 

Η κριτική της ταινίας

 

Ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι αναμφισβήτητα ένας από τους πιο αγαπημένους και χαρισματικούς σκηνοθέτες της εποχής μας, έχοντας υπογράψει αριστουργήματα όπως το Inception, το Interstellar, το Prestige και το Memento

 

Ωστόσο, η πολυαναμενόμενη μεταφορά της ομηρικής Οδύσσειας στη μεγάλη οθόνη αποδεικνύεται μια βαθιά απογοήτευση, καθώς ο δημιουργός επιλέγει να αποδομήσει πλήρως τον πυρήνα του αρχαίου έπους, παραδίδοντας ένα οπτικά εντυπωσιακό αλλά θεματικά κενό έργο που προδίδει το πνεύμα του ομηρικού κόσμου.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας εντοπίζεται στη σεναριακή της βάση. Αντί να στηριχθεί στο αυθεντικό ομηρικό κείμενο, ο Νόλαν φαίνεται να έχει βασιστεί σε μεταγενέστερες, μεταμοντέρνες μεταφράσεις και ελεύθερες αποδόσεις που απογυμνώνουν το έπος από το ηρωικό και φιλοσοφικό του μεγαλείο. 

 

Αυτή η επιλογή αλλοιώνει ριζικά το πνεύμα της Οδύσσειας. Ενώ στον Όμηρο ο Οδυσσέας κινείται από τον βαθύ πόθο του νόστου —την ανάγκη της επιστροφής στην πατρίδα, την εστία και την αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης μετά τη φρίκη του Τρωικού Πολέμου—, ο ήρωας του Νόλαν μοιάζει χαμένος. 

 

Παρουσιάζεται ως ένας ψυχολογικά διαλυμένος βετεράνος, που θυμίζει περισσότερο στρατιώτη του Βιετνάμ σε κατάσταση μεταπολεμικού τραύματος παρά τον πολυμήχανο βασιλιά της Ιθάκης. 

 

Η σοφία που κατακτά ο ομηρικός ήρωας μέσα από τις δοκιμασίες του, η νίκη του ανθρώπινου νου απέναντι στην ωμή φυσική βία, η ιερότητα της φιλοξενίας και η αποκατάσταση της δικαιοσύνης υπό το βλέμμα της θείας δίκης, αντικαθίστανται εδώ από μια επιδερμική, τυπικά αμερικανική αντιπολεμική ρητορική. Ο νόστος και η ανάγκη για επιστροφή “εμφανίζεται” ουσιαστικά μόνο προς το τέλος της ταινίας, με εντελώς διαφορετικό τρόπο, σε σχέση με το έπος του Ομήρου.

 

Οι Έλληνες και οι άνδρες γενικότερα παρουσιάζονται μονοδιάστατα ως βίαια, άμυαλα όντα, χάνοντας τη βαθιά ανθρωπιστική διάσταση που έδωσε ο Όμηρος ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές του πολέμου.

 

Στο επίπεδο των ερμηνειών και του κάστινγκ, οι επιλογές παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις. Ο Ματ Ντέιμον στον ρόλο του Οδυσσέα παλεύει με έναν προβληματικό ρόλο και καταφέρνει να έχει μια αξιοπρεπή παρουσία, παρά το γεγονός ότι ο χαρακτήρας του είναι γραμμένος ως ένα ψυχολογικό ράκος σε διαρκή σύγχυση. Η Σαρλίζ Θερόν προσφέρει μια καλή ερμηνεία ως Καλυψώ, ενώ ο Ρόμπερτ Πάτινσον είναι εξαιρετικός στον ρόλο του Αντίνοου, κλέβοντας την παράσταση. 

 

Αντίθετα, η επιλογή της Ζεντάγια για τον ρόλο της θεάς Αθηνάς αποδεικνύεται ατυχής, καθώς η ερμηνεία της στερείται του απαραίτητου μυθικού εκτοπίσματος. Μετριότατος έως κακός ο Τομ Χόλαντ ως Τηλέμαχος. Μέτρια η εμφάνιση της Αν Χάθαγουεϊ ως Πηνελόπη. 

 

Εξαιρετική ως Κίρκη η Σαμάνθα Μόρτον αν και το κόνσεπτ της Κίρκης ήταν αρκετά περίεργο και μακριά από το έπος του Ομήρου.

 

Πέρα από την προβληματική ερμηνεία της Ζεντάγια στον ρόλο της θεάς Αθηνάς, ένα από τα μεγαλύτερα ατοπήματα της ταινίας είναι η ίδια η σύλληψη του χαρακτήρα της. Ο σκηνοθέτης την παρουσιάζει σε όλη τη διάρκεια να τάσσεται ξεκάθαρα κατά του Τρωικού Πολέμου, περνώντας διαρκώς αντιπολεμικά μηνύματα στον Οδυσσέα. Η προσέγγιση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχαία μυθολογία, όπου οι θεοί επιζητούσαν τον πόλεμο και υποστήριζαν φανατικά τη μία ή την άλλη πλευρά, αναζητώντας τη δόξα των ηρώων.

 

Ο Όμηρος πέρασε τα πιο ηχηρά αντιπολεμικά μηνύματα μέσα από την ίδια την τραγωδία των ηρώων του και όσα συγκλονιστικά μετέφεραν με την κάθοδό τους στον κάτω κόσμο. Στον αντίποδα, η ταινία διαχειρίζεται αυτά τα νοήματα με τρόπο εντελώς άχαρο, χάνοντας πλήρως τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα που αποτελεί την πραγματική ψυχή του έπους.

 

Αισθητικά, η ταινία πάσχει από μια έντονη ανακολουθία. Ο Νόλαν επιλέγει να ντύσει την αρχαία Ελλάδα με μεσαιωνικά στοιχεία. Κάποιοι εσωτερικοί χώροι και το “πνεύμα” μέσα στα κάστρα στην Ιθάκη και τη Σπάρτη, καθώς και το σκηνικό στο νησί της Κίρκης, παραπέμπουν σε μεσαιωνικά οχυρά, ενώ οι στολές των στρατιωτών θυμίζουν περισσότερο Ρωμαίους λεγεωνάριους παρά αρχαίους Έλληνες πολεμιστές.

 

Επιπλέον, η σκηνοθεσία καταφεύγει υπερβολικά σε κάποια σημεία, σε στοιχεία ταινιών τρόμου (horror). Αν και η επιβλητική είσοδος του Πολύφημου είναι κινηματογραφικά εντυπωσιακή, η συνέχεια δεν εντυπωσιάζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Λαιστρυγόνες, οι οποίοι παρουσιάζονται σαν πλάσματα ντυμένα με στολές από ταινία επιστημονικής φαντασίας που επιτίθενται και σφάζουν ακατάπαυστα, μετατρέποντας το έπος σε μια ταινία δράσης χωρίς ουσιαστικό βάθος.

 

Η μοναδική φωτεινή εξαίρεση, όπου η ταινία αγγίζει πραγματικά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τον λυρισμό, είναι η σκηνή με τις Σειρήνες. Σε αυτό το σύντομο κομμάτι, ο δωρικός ρυθμός και η εστίαση στον εσωτερικό πόνο του Οδυσσέα και των συντρόφων του δημιουργούν μια στιγμή καθαρής, ανθρώπινης συγκίνησης. Δυστυχώς, αυτή η σκηνή δεν αρκεί για να σώσει το σύνολο. 

 

Αν και η πτώση της Τροίας και ο Αγαμέμνονας ως σκληρός πολέμαρχος είναι οπτικά μεγαλειώδη, η «Οδύσσεια» του Νόλαν παραμένει μια απογοητευτική απόπειρα. Ο σκηνοθέτης αλλοίωσε ένα κλασικό κείμενο για να επιβάλει τα δικά του μηνύματα, ενώ θα μπορούσε απλώς να έχει γράψει ένα πρωτότυπο σενάριο. 

 

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που απέχει παρασάγγας από το βάθος και την αρτιότητα των παλαιότερων έργων του.