γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Ο Πούτιν το καλό παιδί και τ’ άξιο παλικάρι,

μια νύχτα του σηκώθηκε, ξένο μερά(*) να πάρει.

 

Και ντου, που λέτε, όρμησε, όλο πυρ και μανία,

σε δύο μέρες θα ’παιρνε, όλη την Ουκρανία.

 

Γιατί τον προκαλέσανε, λέει, οι Αμερικάνοι,

μέλη του ΝΑΤΟ οι Ουκρανοί; Όχι, παιδιά, δεν κάνει!

 

Τους έκανε υπόδουλους, κάποτε ένας τσάρος

και τώρα να του φεύγανε, αυτό θα το ’χε βάρος.

 

Θα τρίζανε τα κόκκαλα, σκεφτότανε, του Στάλιν,

όπου τηνε κουτσούρεψε, την χώρα την μεγάλην.

 

Και πόσες δεν του φύγανε, ψευτοδημοκρατίες,

τα σύνορά του στένεψαν, όχι άλλες αμαρτίες.

 

Κι έτσι, δίνει το σύνθημα, ορμάτε παλικάρια,

σηκώνουν οι βομβαρδισμοί, καπνό σαν μανιτάρια.

 

Μα, ο Πούτιν πάει, φίλοι μου, για να τριτοχρονίσει

και…λίγες τρίχες κατσαρές, μόνο έχει κερδίσει.

 

Και δώστου, δώστου απανωτές, κάνει επιστρατεύσεις,

στο μέτωπο οδηγεί στρατό, με…λειψο-εκπαιδεύσεις.

 

Κι εκεί σαν τα κοτόπουλα, πέφτουν σερί κορδόνι,

αλλά του Πούτιν η όρεξη, για αίμα δεν τελειώνει.

 

Πέφτουνε ασταμάτητα κι από την Ουκρανία,

για τέλος στον ορίζοντα, προοπτική καμία.

 

Πόσες χιλιάδες έπεσαν, από τα δύο μέρη,

μάλλον κανένας άνθρωπος, με σιγουριά δεν ξέρει.

 

Και σαν του τελειώνουνε, του Πούτιν οι φαντάροι,

του κάνει ο μούργος Κιμ Γιονγ Ουν, μία μεγάλη χάρη.

 

Του στέλνει για ενίσχυση, στρατό δέκα χιλιάδες,

ρητώς απαγορεύεται, να κλαίνε οι μανάδες.

 

Και έρχονται ολοταχώς, παιδιά απ’ την Κορέα,

όπλα κρατάνε κι ελαφρά, κρατάνε και βαρέα.

 

Πόσοι θα πέσουν κι απ’ αυτούς, στα παγωμένα χιόνια

και θα γυρίσουν σπίτι τους, σε…όμορφα κασόνια;

 

Και άμα κλάψει η μάνα τους, παιδιά, αλίμονό της,

ο Κιμ Γιονγ Ουν θα εξοργιστεί, θα βρει τον διάβολό της.

 

Αυτά είναι, λοιπόν παιδιά, του Πούτιν τα τερτίπια,

που ’χε στρατό δεξαμενή, μα τώρα είναι τρύπια.

 

Μάζεψε κι αν δε μάζεψε, δεν άφησε παιδάκι,

μα η γκλάβα του δεν έβαλε, σταλιά μυαλό λιγάκι.

 

Σκότωσε τόσους Ουκρανούς και Ρώσους μ’ αυταπάτες

και τώρα ρίχνει βάναυσα, τους Βορειοκορεάτες.

 

Του Χίτλερ μάς θυμίζει αυτό, τη θλιβερή ιστορία,

που έστελνε ανήλικα, για αιματοχυσία.

 

Και πέφτανε στον πόλεμο, μέσα στα ξένα μέρη

και τα κορίτσια μένανε, χωρίς να βρίσκουν ταίρι.

 

Έτσι θα μένουν, Βλαντιμίρ και οι κόρες της Ρωσίας,

γιατί κι εσύ χιτλερικής, πάσχεις ανοησίας!

 

Σκότωνε, σκότωνε παιδιά, για να χαρεί η καρδιά σου

κι ίσως ο Ιβάν ο Τρομερός, να ’ναι το ίνδαλμά σου!

 

Ίσως κερδίσεις, τελικά, κανένα αρματολίκι,

μα είναι ήδη πύρρειος, αν θα υπάρξει νίκη!

 

Τι νόμιζες, πως θα ’σπερνες, πατάτες και καρότα;

Αυτά έχει ο πόλεμος και όποιον θέλεις ρώτα!

 

Άνθρωπος είσαι του Θεού, μας λες κοντά στα άλλα,

μα γιατ’ εμέ είσαι άξιος, μόνο για μια ροχάλα!

 

Που χαίρεσαι όταν μετράς, τα θύματα μιας μάχης,

όταν ψοφήσεις, Βλαμ-ντιμίρ, σκατένια δόξα θα ’χεις!

 

(*)Μεράς= περιοχή, στη γλώσσα των αγροτών