γράφει ο

Γιώργος Τσακίρης

 

Καιρό τώρα ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί έντονα την πολιτική και κομματική ζωή της χώρας, εμφανώς τουλάχιστον από το 2012 και μετά, έχει να κάνει με τις κυβερνητικές κομματικές συνεργασίες.

 

Ιστορικά, κυβερνήσεις συνεργασίας στη χώρα υπήρξαν δεκάδες, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλλέτη, αρχηγού του γαλλικού κόμματος, το 1844 σε συνεργασία με το ρωσικό κόμμα του Ανδρέα Μεταξά. Από τότε και μέχρι τις πρόσφατες συνεργασίες μεταξύ του Αντ. Σαμαρά (ΝΔ) με τον Ευ. Βενιζέλο (ΠΑΣΟΚ) και τον Φ. Κουβέλη (ΔΗΜΑΡ) το 2012 και αυτή του Αλ. Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ) και του Π. Καμμένου (ΑΝΕΛΛ) το 2015, συγκροτήθηκαν ούτε λίγο, ούτε πολύ και για διάφορους λόγους σαράντα (40) περίπου κυβερνήσεις συνεργασίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η ταραγμένη πολιτικά περίοδος από το 1944 έως το 1950 με το σχηματισμό 16 κυβερνήσεων συνεργασίας.

 

Κύρια αιτιολογία συγκρότησης αυτών των κυβερνήσεων στάθηκε η αναγκαιότητα αποφυγής της ακυβερνησίας και η πολυπόθητη απόκτηση της εμπιστοσύνης της Βουλής μέσω της αρχής της δεδηλωμένης

 

Η πραγματικότητα όμως ήταν τελείως διαφορετική.

 

Αν εξαιρέσει κανείς τις κυβερνήσεις Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου το 1944 και του Κ. Καραμανλή το 1974, το σύνολο σχεδόν των υπόλοιπων κυβερνήσεων συνεργασίας προέκυψαν είτε λόγω των διαθέσεων του παλατιού ή/και πιέσεων του «ξένου παράγοντα», είτε για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, όπως πχ οι κυβερνήσεις των Τζ. Τζανετάκη το 1989 με σκοπό τη μη παραγραφή και την παραπομπή σε δίκη των εμπλεκομένων στα «σκάνδαλα Κοσκωτά και Τόμπρα», αλλά και αυτή του Λ. Παπαδήμου το 2011 (με σοβαρές ενστάσεις από συνταγματολόγους για παράβαση του Συντάγματος) με σκοπό την υλοποίηση των προβλέψεων του 1ου και -τελικά- την υπογραφή του 2ου μνημονίου. Η ονομασία τους άλλωστε ως «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» η πρώτη και «μεταβατική» η δεύτερη, δηλώνουν και τους σκοπούς τους.

 

Ως κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού» όμως θα πρέπει να θεωρηθούν, τόσο αυτή του Α. Σαμαρά το 2012, όσο και του Αλ. Τσίπρα το 2015 (όπως αναλύθηκαν παραπάνω). Κι αυτό διότι και οι δύο αυτές κυβερνήσεις συνεργασίας σκοπό τους είχαν την ολοκλήρωση των προβλέψεων του 2ου και την αποφυγή αλλά -τελικά- υπογραφή και εφαρμογή του 3ου μνημονίου αντίστοιχα.

 

 Όσο πραγματική λοιπόν κι αν είναι η επίκληση της αποφυγής της ακυβερνησίας ως αιτία για τη συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας, άλλο τόσο θα πρέπει να θεωρηθεί πως στην ουσία τους οι κυβερνήσεις αυτές -των τελευταίων τουλάχιστον ετών-, συγκροτούνται για να επιτελέσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό.

 

Και κάπου εδώ φτάνουμε στο σήμερα.

 

Πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία της Κυριακής» με τίτλο «Δείπνο Γεραπετρίτη–Διαμαντοπούλου για συγκυβέρνηση παραγραφής», αναφέρεται σε μυστικές διαβουλεύσεις κορυφαίων στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με στόχο τη διερεύνηση της πιθανότητας συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ των δύο κομμάτων. Ένα δημοσίευμα που διαψεύστηκε άμεσα και με έντονο τρόπο από το σύνολο των εμπλεκομένων ονομάτων που αναφέρονται σε αυτό.

 

Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

 

Εάν το δημοσίευμα αληθεύει, θα πρόκειται για τις προκαταρκτικές συζητήσεις κορυφαίων στελεχών των δύο κομμάτων τα οποία διερευνούν την πιθανότητα συγκρότησης κυβέρνησης -κατ’ ουσίαν- «ειδικού σκοπού». Ένας σκοπός όμως που αρχικά -και σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα- απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως θεμιτός πολιτικά. Παράλληλα δε, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνεδριακή απόφαση των μελών του ΠΑΣΟΚ που εισηγήθηκε ο αρχηγός του  και στηρίζουν δημόσια και στο σύνολό τους τα στελέχη του.

 

Οι διαψεύσεις του δημοσιεύματος, εκτός του ότι αναμένεται να απαντηθούν από την ίδια εφημερίδα, έφεραν στον νου του γράφοντος μιαν άλλη διάψευση πριν αρκετά χρόνια. Χωρίς σε καμία περίπτωση τα δύο γεγονότα να ταυτίζονται μεταξύ τους, ήταν τον Δεκέμβριο του 1966 όταν υπογράφηκε μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ του αρχηγού τότε της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου Γ. Παπανδρέου, το οποίο προέβλεπε πως εάν από τις αμέσως προσεχείς εκλογές (που δεν έγιναν ποτέ λόγω της χούντας που επιβλήθηκε στη χώρα την 21ηΑπριλίου) δεν προέκυπτε σαφής πλειοψηφία ενός εκ των δύο κομμάτων, τότε αυτά θα συνεργάζονταν. Το γεγονός διαψεύσθηκε τότε από τον Π. Κανελλόπουλο εντός της Βουλής κατόπιν ερώτησης του Στ. Στεφανόπουλου. Το παραδέχθηκε δε ο ίδιος ο Π. Κανελλόπουλος αρκετά αργότερα κατά την κατάθεσή του στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας το 1975.

 

Συμπερασματικά και με βάση τα παραπάνω, κυβερνήσεις συνεργασίας έχουν υπάρξει δεκάδες κατά το παρελθόν και θα υπάρξουν στο μέλλον. Κι αν εξαιρέσει κανείς -όσο μπορεί- τις διαθέσεις και τον ρόλο του «ξένου παράγοντα» στη σύμπτυξή τους, αυτό που στην ουσία τίθεται ως διακύβευμα για το σκοπό δημιουργίας τους δεν είναι ο κίνδυνος της ακυβερνησίας, αλλά ο σκοπός τους.

 

Εάν λοιπόν οι κυβερνήσεις συνεργασίας προκύπτουν κατόπιν προγραμματικών συμφωνιών μεταξύ των κομμάτων, και ο σκοπός σύμπτυξής τους συνάδει με την επιθυμία του λαού, έτσι όπως αυτή εκφράσθηκε δια της ψήφου του, και προωθεί την κοινή και συνταγματικά προβλεπόμενη αντίληψη για το κράτος δικαίου στη χώρα, καλώς να υπάρξουν.

 

Εάν όχι, τότε η ευθύνη θα ανήκει εξίσου τόσο σε αυτούς που τις προωθούν, όσο και στους ψηφοφόρους τους.