

Μια διαχρονική ανακύκλωση προσώπων και μια διαρκή εναλλαγή στους ίδιους ρόλους εξουσίας, αναλύει στο εξαιρετικά αιχμηρό κείμενο που ανάρτησε στο blog του ο Γιώργος Καρατζιώτης.
Στο μακροσκελές κείμενο με τον τίτλο «Το Vintage ΠΑΣΟΚ και το πράσινο καρουζέλ», ασκεί σκληρή, ονομαστική κριτική σε τρία κεντρικά πρόσωπα της τοπικής σκηνής: τον πρώην δήμαρχο Κωστή Σιμιτσή, τον νυν δήμαρχο Θόδωρο Μουριάδη και τον Αρχέλαο Γρανά.
Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει μέσα από μια αναδρομή από το 2006 έως σήμερα, τα πρόσωπα αυτά χρησιμοποιούν την ιστορική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ περισσότερο ως «σωσίβιο καριέρας» παρά ως πολιτική πυξίδα.
Στηλιτεύει την ανταλλαγή θέσεων (σε φορείς όπως η ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ και ο Αναπτυξιακός Οργανισμός του Δήμου), τις παλαιότερες συνεργασίες με τη διοίκηση της Νέας Δημοκρατίας στην Περιφέρεια όταν οι πολιτικές συγκυρίες το ευνοούσαν, αλλά και τις αμφιλεγόμενες πρακτικές σε δημόσιες διαδικασίες, όπως στην περίπτωση του ΔΗΠΕΘΕ.
Ξεκαθαρίζοντας ότι η παρέμβασή του δεν πηγάζει από πολιτική νοσταλγία αλλά από την ανάγκη διαφύλαξης της «πολιτικής μνήμης», ο Γιώργος Καρατζιώτης θέτει ευθέως το ερώτημα για το ποιοι πραγματικά εκφράζουν το ΠΑΣΟΚ σήμερα στην Καβάλα.
Διαβάστε παρακάτω αυτούσια την ανάρτηση:
Μην κοιτάξετε πρώτα το μπλουζάκι.
Κοιτάξτε το παιδί.
Το παιδί της φωτογραφίας είμαι εγώ.
Και όχι, δεν είναι προϊόν ΑΙ· είναι αυθεντικό ντοκουμέντο μιας εποχής όπου η ελπίδα δεν χρειαζόταν φίλτρα.
Σε μια ηλικία που δεν μπορούσα ακόμη να γνωρίζω τι σημαίνουν λέξεις όπως παράταξη, θεσμός, αξιοκρατία ή πολιτική συνέπεια, φορούσα ήδη το σύμβολο μιας εποχής κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι πίστεψαν ότι η πολιτική μπορούσε πράγματι να αλλάξει τη ζωή τους.
Αυτό ακριβώς έχει σημασία στη συγκεκριμένη φωτογραφία.
Όχι ότι ένα παιδί φορούσε ένα κομματικό μπλουζάκι, αλλά ότι πίσω από αυτό υπήρχε μια ολόκληρη γενιά που συνέδεσε το ΠΑΣΟΚ με την κοινωνική άνοδο, τη δημοκρατική διεύρυνση, τα δικαιώματα, τους θεσμούς και την ελπίδα ότι τα παιδιά της θα ζούσαν καλύτερα.
Το παιδί μεγάλωσε.
Και μαζί του μεγάλωσε και η υποχρέωση να ξεχωρίζει την ιστορία από την εκμετάλλευσή της, την πολιτική ταυτότητα από την προσωπική χρήση της και το σύμβολο από εκείνους που το φορούν μόνο όταν τους είναι χρήσιμο.
Γιατί η πολιτική ταυτότητα δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο ούτε ισόβια πιστοποίηση ήθους.
Δεν αποδεικνύεται από το πόσες φορές υπήρξες υποψήφιος, από πόσες καρέκλες πέρασες ή πόσο συχνά αναρτάς τον πράσινο ήλιο.
Αποδεικνύεται στις επιλογές σου.
Στη σχέση σου με τους θεσμούς.
Στον τρόπο με τον οποίο ασκείς την εξουσία όταν πιστεύεις ότι κανείς δεν θυμάται.
Κι επειδή αρκετοί φαίνεται να ποντάρουν ακριβώς στη λήθη, ας ξεκινήσουμε από το μόνο πράγμα που δεν κατάφεραν ακόμη να ελέγξουν:
τη μνήμη.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα αναρωτιέται αν μπορεί να διεκδικήσει την πρώτη θέση, αν θα μπει σε παιχνίδι συνεργασιών ή αν τελικά θα συνεχίσει να μετριέται στη δεύτερη, την τρίτη ή την τέταρτη.
Κάτω από τον πράσινο ήλιο της Καβάλας, όμως, η απορία είναι μία και πολύ πιο απλή:
πώς περιμένετε να συγκινηθεί η νέα γενιά, όταν της εμφανίζετε συνέχεια τους ίδιους ανθρώπους, με τις ίδιες διαδρομές, τις ίδιες καρέκλες και το ίδιο ύφος πολιτικής αθωότητας;
Εγώ μιλάω για την Καβάλα. Γιατί δεν ξέρω τι γίνεται στις άλλες πόλεις και, φυσικά, δεν έχω καμία διάθεση να ανοίξω κουβέντα για το αν θα τον μεθύσουμε τον ήλιο πανελλαδικώς.
Και επειδή δεν μιλάω τυχαία, ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: ο Γιάννης Καρατζιώτης είναι πατέρας μου.
Γεια σου, μπαμπά.
Δεν είμαι nepo baby, παιδιά.
Δεν έχω μιλήσει ποτέ για την πολιτική επιρροή του πατέρα μου ούτε την έχω χρησιμοποιήσει ως οικογενειακό παράσημο. Δεν μας έμαθε έτσι.
Από την οικογένεια πήρα επίθετο, μνήμη, μια κληρονομική αλλεργία στην πολιτική υποκρισία, τη δημοκρατική ελευθερία να μπορώ να διαφωνώ —ακόμη και με τους δικούς μου— και τη δύναμη να υψώνω το ανάστημά μου όταν χρειάζεται.
Δεν πήρα έτοιμο πολιτικό κύρος. Αυτό, όποιος το θέλει, το κερδίζει μόνος του.
Από την οικογένειά μου δεν κληρονόμησα πολιτική υπακοή.
Κληρονόμησα ομως… μνήμη.
Δεν μιλάει, λοιπόν, κάποιος περαστικός. Μιλάει κάποιος που μεγάλωσε μέσα σε αυτή την ιστορία, την έζησε από κοντά και δεν χρειάζεται κανέναν σημερινό τιμητή να του εξηγήσει τι σήμαινε το ΠΑΣΟΚ στην Καβάλα.
Γιατί άλλο να έχεις μνήμη και άλλο να έχεις απλώς μια κομματική ταυτότητα στην τσέπη, για ώρα ανάγκης.
Η δική μου γενιά —και αρκετοί λίγο μεγαλύτεροι ή λίγο μικρότεροι— θυμόμαστε.
Δεν μιλάμε πάντα, επειδή καμιά φορά η σιωπή είναι ευγενικότερη από την αλήθεια.
Αλλά θυμόμαστε.
Ξέρουμε ποιος πήγε πού, ποιος συνεργάστηκε με ποιον, ποιος άλλαξε ρόλους και ποιος θυμήθηκε ξανά το ΠΑΣΟΚ όταν χρειάστηκε ένα καθαρό πολιτικό αφήγημα.
Δεν είναι ότι η νέα γενιά δεν καταλαβαίνει την παράταξη.
Την καταλαβαίνει. Γι’ αυτό ακριβώς δεν καταπίνει τόσο εύκολα το παραμύθι.
Ωραία τα συνθήματα. Ωραίες και οι γενικότητες. Μόνο που έχουν ένα βασικό πρόβλημα: δεν έχουν ονοματεπώνυμο.
Και επειδή οι γενικότητες βολεύουν πάντα όσους έχουν διαδρομές που δεν αντέχουν πολύ φως, ας πάμε στα ονόματα.
Ας ανοίξουμε, λοιπόν, τον φάκελο από την αρχή.
Τιτλος: Το πράσινο Καρουζέλ.
Ας πάρουμε τρία ονόματα που δεν ανήκουν απλώς στο πολιτικό αρχείο της πόλης, αλλά εξακολουθούν να επηρεάζουν την καθημερινότητά μας, να καταλαμβάνουν θέσεις και να απολαμβάνουν προβολή:
Σιμιτσής. Μουριάδης. Γρανάς.
Τρία πρόσωπα που, δικαίως ή αδίκως, η πόλη έχει μάθει να συνδέει με το ΠΑΣΟΚ — και που οι ίδιοι δεν δείχνουν καμία ιδιαίτερη ενόχληση όταν αυτή η σύνδεση τους είναι χρήσιμη.
Θεωρούνται ΠΑΣΟΚ.
Το δηλώνουν, το υπονοούν, το φορούν όταν χρειάζεται.
Μόνο που όσο κοιτάζει κανείς τις διαδρομές, τις συνεργασίες και τις πολιτικές τους μεταμορφώσεις, τόσο η πράσινη ταμπέλα μοιάζει λιγότερο με πολιτική ταυτότητα και περισσότερο με σωσίβιο καριέρας.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο τις κομματικές ταμπέλες και ας παρακολουθήσουμε τη σκυταλοδρομία.
Το 2006 ο Σιμιτσής δεν έγινε δήμαρχος μόνο επειδή τον επέλεξε το ΠΑΣΟΚ. Έγινε δήμαρχος επειδή βρήκε απέναντί του μια κουρασμένη διοίκηση της ΝΔ και έναν δεξιό χώρο κομμένο στα δύο.
Στον πρώτο γύρο πήρε μόλις 36,14%. Στον δεύτερο, η πόλη δεν ψήφισε απλώς Σιμιτσή· ψήφισε κυρίως να τελειώσει η εποχή Εριφυλλίδη.
Ο Θεόδωρος Μουριάδης δεν προερχόταν από κομματικό μηχανισμό ούτε από επαγγελματική πολιτική καριέρα.
Ήταν αξιωματικός του Μηχανικού: αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1981 ως ανθυπολοχαγός και στη συνέχεια σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 2004 παραιτήθηκε από τον Στρατό και εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα
Το 2010 ο τότε δήμαρχος Κωστής Σιμιτσής βάζει τον Θεόδωρο Μουριάδηστην αυτοδιοίκηση και τον κάνει αντιδήμαρχό του.
Ο Μουριάδης δεν πέρασε απλώς από την παράταξη Σιμιτσή.
Το 2010 εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος μαζί του και από το 2011 έως το 2014 υπηρετεί ως αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών — σε μία από τις πιο νευραλγικές θέσεις του Δήμου.
Δεν ήταν ένας μακρινός συνοδοιπόρος.
Ήταν βασικό στέλεχος της διοίκησής του. Στη διοίκηση Τσανάκα ο Μουριάδης δεν εξαφανίζεται ούτε κόβει τον ομφάλιο λώρο με την παράταξη Σιμιτσή.
Παραμένει δημοτικός σύμβουλος της μείζονος αντιπολίτευσης για ολόκληρη την πενταετία. Δηλαδή πρώτα μαθητεύει δίπλα στον Σιμιτσή ως αντιδήμαρχος, ύστερα κάθεται μαζί του στα έδρανα της αντιπολίτευσης και το 2019 εμφανίζεται ως το “νέο” πρόσωπο που θα αλλάξει τον Δήμο.
Νέο, βέβαια, με σχεδόν μία δεκαετία ήδη μέσα στο ίδιο πολιτικό εργαστήριο.
Το 2019 ο Μουριάδης εκλέγεται δήμαρχος Καβάλας.
Το χρίσμα του ΠΑΣΟΚ στον Δήμο Καβάλας έμεινε στην ίδια πολιτική οικογένεια: πρώτα στον Σιμιτσή και μετά στον πρώην αντιδήμαρχό του, τον Μουριάδη 2006 με 2019.
Ο Αρχέλαος Γρανάς είναι ιατρός, χειρουργός μπαίνει στην αυτοδιοίκηση το 2006 ως νομαρχιακός σύμβουλος και το 2011 γίνεται αντιπεριφερειάρχης Καβάλας με την «Κοινωνική Συμμαχία» του Άρη Γιαννακίδη.
Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στο ψηφοδέλτιο Σιμιτσή· είχε ήδη πίσω του δεκατρία χρόνια αυτοδιοικητικής διαδρομής και καθαρή κομματική σύνδεση με το ΠΑΣΟΚ.
Που είχαμε μείνει;;; Στο 2019!
Το 2019, λοιπόν, ο Κωστής Σιμιτσής κατεβαίνει ως υποψήφιος περιφερειάρχης και επικεφαλής της «Περιφέρειας σε Δράση», έχοντας στο ψηφοδέλτιό του τον Αρχέλαο Γρανά, ο οποίος εκλέγεται περιφερειακός σύμβουλος Καβάλας.
Λίγους μήνες αργότερα, η παράταξη Σιμιτσή συνεργάζεται με τη διοίκηση Μέτιου. Ναι ναι….Μέτιου.
Ο Σιμιτσής αναλαμβάνει την Αντιπεριφέρεια Ανάπτυξης και, τον Δεκέμβριο του 2019, ο Γρανάς τοποθετείται πρόεδρος της ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ και προσωρινά διευθύνων σύμβουλος.
Δύο θέσεις ευθύνης για την ίδια παράταξη, μέσα σε μια περιφερειακή διοίκηση που είχε εκλεγεί με τη στήριξη…της Νέας Δημοκρατίας.
Η συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, βλέπετε, δεν τους βρήκε απλώς διαθέσιμους. Τους βρήκε ήδη μετρημένους για τις θέσεις.
Στο ίδιο διοικητικό σχήμα της ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ συμμετέχει και ο Θόδωρος Μουριάδης, ως εκπρόσωπος της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
Για να είμαστε ακριβείς: ο Σιμιτσής δεν ήταν τότε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.
Ήταν, όμως, ο αρμόδιος Αντιπεριφερειάρχης Ανάπτυξης που ανακοίνωνε δημόσια τη «νέα εποχή» της ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ και παρουσίαζε ως μεγάλο αναπτυξιακό στόχο την επένδυση στα Λουτρά Ελευθερών.
Οι ρόλοι, λοιπόν, ήταν διαφορετικοί αλλά το πολιτικό κάδρο κοινό:
Ο Σιμιτσής στην Αντιπεριφέρεια Ανάπτυξης.
Ο Μουριάδης στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Και ο Γρανάς στην προεδρία.
Προεδρία…Οργασμικός τίτλος.
Ένας τίτλος στον οποίο ο κ. Γρανάς έχει σταθερή και διαχρονική αδυναμία.
Και η σκυτάλη δεν σταμάτησε εκεί: ο Γρανάς παρέμεινε πρόεδρος της ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ από το 2020 έως το 2022.
Στα τέλη του 2022 έρχεται και η ανταλλαγή θέσεων.
Ο Αρχέλαος Γρανάς παίρνει την Αντιπεριφέρεια Ανάπτυξης που αφήνει ο Κωστής Σιμιτσής.
Και το 2023 ο Σιμιτσής αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ, την οποία μέχρι τότε κατείχε ο Γρανάς.
Ο ένας παρέδωσε την καρέκλα στον άλλον!
Ούτε η ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ ξέφυγε τελικά από το πράσινο καρουζέλ.
Για την ιστορία, η εταιρεία βρισκόταν τότε, σύμφωνα με τις ίδιες τις δημόσιες περιγραφές τους, σε κατάσταση οικονομικής και διοικητικής αποδιοργάνωσης, με κεντρικό ανοιχτό μέτωπο την πολυδιαφημισμένη επένδυση στα Λουτρά Ελευθερών.
Οι Σιμιτσής και Γρανάς υποστήριξαν αργότερα ότι επί των ημερών τους συντάχθηκαν οι ισολογισμοί που έλειπαν, εξοφλήθηκαν σχεδόν όλες οι οφειλές προς ΕΦΚΑ, ΔΟΥ και ΔΕΗ και αποκαταστάθηκαν οι οφειλές προς τους εργαζομένους.
Χρήσιμα όλα αυτά.
Μόνο που αυτά λέγονται οικονομικό και διοικητικό συμμάζεμα.
Δεν λέγονται ανάπτυξη.
Γιατί ο μεγάλος «αναπτυξιακός στόχος» που οι ίδιοι είχαν ανακοινώσει το 2019 δεν υλοποιήθηκε στη διάρκεια των προεδριών τους.
Τα Λουτρά δεν μετατράπηκαν σε επένδυση, δεν απέκτησαν τη λειτουργία που είχε εξαγγελθεί και παρέμειναν στην ίδια γνώριμη κατάσταση: εγκατάλειψη, εκκρεμότητες, άδειες, καθυστερήσεις και υποσχέσεις για την επόμενη «τελική ευθεία».
Μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, η επένδυση εξακολουθούσε να μην έχει υλοποιηθεί, ο χώρος παρέμενε εγκαταλελειμμένος και, σύμφωνα με πληροφορίες από τη διοίκηση της Περιφέρειας, από τα τέλη του 2023 δεν είχε καταβληθεί ούτε ένα μίσθωμα.
2023 Στη δεύτερη εκλογή Μουριάδη, ο Γρανάς μπαίνει στον Δήμο από την κάλπη με 559 ψήφους.
Ο Κωστής Σιμιτσής δεν ήταν υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο αλλα… μπαίνει λίγους μήνες αργότερα από την πόρτα της προεδρίας που του άνοιξε ο Μουριάδης.
Το 2024 έρχεται η ώρα να εξαργυρωθεί το πολιτικό γραμμάτιο.
Ο Μουριάδης παρουσιάζει τον νέο Αναπτυξιακό Οργανισμό του Δήμου Καβάλας με πρόεδρο τον Κωστή Σιμιτσή.
Δηλαδή ο άνθρωπος που έβαλε τον Μουριάδη στην αυτοδιοίκηση επιστρέφει, χρόνια αργότερα, σε θέση προεδρίας από τον ίδιο τον πολιτικό του διάδοχο.
Ανακεφαλαίωση!
Ο Σιμιτσής ανοίγει την πόρτα στον Μουριάδη.
Ο Μουριάδης, όταν γίνεται δήμαρχος, επιστρέφει τον Σιμιτσή σε θέση προεδρίας.
Ο Γρανάς περνά από την παράταξη Σιμιτσή, από την ΕΡΓΟΑΝΑΠΤΥΞΗ, από την Αντιπεριφέρεια Ανάπτυξης και στη συνέχεια στην προεδρία του ΔΗΠΕΘΕ, επί διοίκησης Μουριάδη.
Ο ένας ανοίγει την πόρτα.
Ο δεύτερος επιστρέφει την καρέκλα.
Ο τρίτος φροντίζει να μη μένει ποτέ άδεια.
Ο Μουριάδης δεν είναι απλώς ο ενδιάμεσος κρίκος αυτής της ιστορίας.
Είναι ο πολιτικός μαθητής που έγινε δήμαρχος και, μόλις βρέθηκε στη θέση του δασκάλου, ξανάφερε τον δάσκαλο σε θέση προέδρου και κράτησε τον Γρανά μέσα στο θεσμικό κάδρο.
Τρεις άνθρωποι. Μια αλυσίδα θεσμικών θέσεων.
Και οι τρεις, βεβαίως, με διαδρομές που η πόλη έχει συνδέσει με το ΠΑΣΟΚ και το ΚΙΝΑΛ.
Μία πολιτική καριέρα σε τρεις συσκευασίες.
Οι φορείς αλλάζουν, οι τίτλοι αλλάζουν, οι καρέκλες μετακινούνται.
Οι άνθρωποι, όμως, παραμένουν εκπληκτικά ίδιοι.
Η μόνη σταθερή αρχή είναι να μη μένει ποτέ η καρέκλα έξω από τον κύκλο.
Και κάπου εδώ ερχόμαστε στον Κωστή Σιμιτσή.
Με δύο δημαρχιακές θητείες, περιφερειακούς ρόλους, προεδρίες και σχεδόν είκοσι χρόνια αδιάλειπτης δημόσιας παρουσίας, θα περίμενε κανείς μια πολιτική παρακαταθήκη που να στέκεται μόνη της.
Να είναι ορατή, αυτονόητη και να μη χρειάζεται τον ίδιο τον δημιουργό της να μας την υπενθυμίζει.
Αντί γι’ αυτό, η διαδρομή του εξακολουθεί να χρειάζεται διαρκή επεξήγηση, προβολή και επανασύσταση.
Γιατί οι πραγματικές πολιτικές παρακαταθήκες μένουν στην πόλη.
Δεν χρειάζονται καθημερινή διαφήμιση για να κρατηθούν ζωντανές.
Ο ίδιος ο Κωστής Σιμιτσής χαρακτήρισε την προεδρία του Αναπτυξιακού Οργανισμού πολιτική θέση.
Εξήγησε ότι ο πρόεδρος συνεννοείται με τον δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο, παραλαμβάνει τη χαραγμένη πολιτική και τη μεταφέρει στον οργανισμό, προκειμένου αυτή να υλοποιηθεί.
Δήλωσε επίσης ότι η θέση του θα ήταν άμισθη και ότι δεν θα αμείβονταν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Μάλιστα, τον Απρίλιο του 2026 επανέλαβε δημόσια ότι ούτε ο ίδιος ούτε τα υπόλοιπα μέλη εισπράττουν αμοιβή ή αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις.
Η απουσία αμοιβής, όμως, δεν καταργεί την πολιτική ισχύ.
Η εξουσία δεν παύει να είναι εξουσία επειδή δεν περνά από τη μισθοδοσία.
Η απουσία αμοιβής δεν καταργεί την πολιτική ισχύ, την πρόσβαση, το lobbying ή το προσωπικό όφελος.
Γιατί όφελος δεν είναι μόνο ο μισθός. Είναι το κύρος, η δημόσια παρουσία, τα δίκτυα επιρροής και η δυνατότητα να παραμένεις μέσα στον μηχανισμό των αποφάσεων.
Και κυρίως, η αμισθία δεν καταργεί…την πολιτική εξαργύρωση.
Άμισθος σημαίνει χωρίς μισθό.
Όχι χωρίς όφελος.
Ο πρόεδρος συμμετέχει στην υλοποίηση της πολιτικής του Δήμου, προΐσταται ενός οργανισμού που αποκτά προσωπικό, χρηματοδότηση και αντικείμενο και βρίσκεται κοντά σε τεχνικά έργα, δημοτική περιουσία, τουριστική προβολή και προγραμματικές συμβάσεις.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Κωστής Σιμιτσής εμφανίζεται συχνά περισσότερο ως άκριτος αναμεταδότης της δημοτικής διοίκησης παρά ως πρόεδρος ενός οργανισμού που ασκεί πραγματική πολιτική δύναμη.
Αναπαράγει τη γραμμή του Δήμου, ενίοτε με τη γνώριμη ειρωνεία τηλεοπτικού πανελίστα, σαν να σχολιάζει τις εξελίξεις από…απόσταση.
Μόνο που δεν βρίσκεται σε απόσταση…
Δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής, ούτε απλός υποστηρικτής της διοίκησης.
Είναι μέρος του μηχανισμού μέσω του οποίου η πολιτική του Δήμου μετατρέπεται σε πράξη.
Ο Κωστής Σιμιτσής μπορεί να μην αμείβεται, αλλά εξαργυρώνει πολιτικό κεφάλαιο.
Εξαργυρώνει ένα όνομα, μια διαδρομή και μια «πράσινη ταυτότητα» που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ως τεκμήριο κύρους, επιρροής και θεσμικής νομιμοποίησης.
Μόνο που αυτή την ταυτότητα το 2026.. δεν του την παραχώρησε κανένα σημερινό ΠΑΣΟΚ…αν θυμάμαι καλά!
Δεν αποτελεί τίτλο κυριότητας, ούτε ισόβια άδεια πολιτικής εκπροσώπησης.
Ο Κωστής Σιμιτσής έχει μετατρέψει το προσωπικό του προφίλ σε έναν μικρό τοπικό αναμεταδότη της Χαριλάου Τρικούπη — με ιδιαίτερη αδυναμία στην Άννα Διαμαντοπούλου.
(Για να είμαστε δίκαιοι, αδυναμία στην Άννα έχω κι εγώ.)
Και, φυσικά, έχει απόλυτη ελευθερία να το κάνει. Όπως ακριβώς υπάρχει και απόλυτη ελευθερία να κρίνεται πολιτικά για το τι επιλέγει να προβάλλει.
Συνεντεύξεις, ημερίδες, επίσημες ανακοινώσεις, κομματικά γραφικά και κυβερνητική κριτική περνούν συστηματικά από τη σελίδα του, σαν η συνεχής παρουσία δίπλα στο κομματικό περιεχόμενο να αρκεί για να του επιστρέψει πολιτική επικαιρότητα.
Μόνο που άλλο να παράγεις πολιτική και άλλο να αναμεταδίδεις έτοιμο κύρος, ελπίζοντας ότι κάτι από αυτό θα κολλήσει επάνω σου.
Ο κ. Σιμιτσής δεν προβάλλει απλώς το ΠΑΣΟΚ.
Χρησιμοποιεί το νέο του περιτύλιγμα για να ανανεώσει τη δική του παλιά εικόνα.
Και κάπου εδώ, μιλώντας πάντα για την Καβάλα, το τοπικό ΠΑΣΟΚ καλείται να εξηγήσει ακόμη μία αντίφαση.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα δηλώνει ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο συμπόρευσης με τη Νέα Δημοκρατία.
Μιλά για καθαρή στρατηγική, για αντιπολιτευτικό μέτωπο και για αυστηρά πολιτικά όρια.
Πολύ ωραία.
Στην Καβάλα, όμως, πριν μας κάνουν μαθήματα για τα όρια με τη ΝΔ, ας εξηγήσουν κάτι απλό:
Αυτά τα όρια ίσχυαν πάντοτε ή ενεργοποιούνται μόνον όταν η Νέα Δημοκρατία αρχίζει να κοστίζει πολιτικά;
Γιατί όταν η Περιφέρεια της ΝΔ άνοιξε πόρτα, ο κ. Σιμιτσής και
ο κ. Γρανάς δεν βρήκαν μπροστά τους ούτε ιδεολογικό δίλημμα, ούτε πολιτική αμηχανία, ούτε αρχές να τους κόψουν τον δρόμο.
Και είναι απολύτως κατανοητό· κάποιος πρέπει να πληρώνει το νοίκι της πολιτικής επιβίωσης.
Τότε δεν είδαμε καμία μεγάλη παραταξιακή αλλεργία.
Δεν είδαμε κανένα «ως εδώ».
Δεν είδαμε καμία επιτροπή να παθαίνει θεσμικό σοκ.
Η συνεργασία τότε δεν λεγόταν ιδεολογική υποχώρηση.
Λεγόταν ευθύνη.
Λεγόταν αυτοδιοίκηση.
Λεγόταν προγραμματική συμφωνία.
Τώρα, όμως, που η Νέα Δημοκρατία μετατρέπεται σε εκλογικό βάρος, ανακαλύφθηκαν ξαφνικά οι κόκκινες γραμμές, οι αρχές και η αντιδεξιά καθαρότητα.
Φαίνεται πως τα ιδεολογικά όρια ενεργοποιούνται μόνον όταν παύουν να αποδίδουν οι πολιτικές συνεργασίες.
Οπότε, αγαπητό ΠΑΣΟΚ Καβάλας, πριν δώσεις μαθήματα συνέπειας, ξεκαθάρισε πρώτα τις δικές σου πολιτικές εκκρεμότητες.
Και ύστερα έχουμε τον Αρχέλαο Γρανά.
Και στην περίπτωση του κ. Γρανά δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε σε ξεθωριασμένα κομματικά αρχεία.
Τον Μάρτιο του 2026 συμμετείχε ως υποψήφιος στις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ και εξελέγη σύνεδρος από τον Δήμο Καβάλας.
Επομένως, η σχέση του με το κόμμα δεν αποτελεί απλώς μια παλιά πολιτική ανάμνηση.
Είναι πρόσφατη, ενεργή και εκλογικά επιβεβαιωμένη.
Για τον κ. Γρανά δεν μιλάω από φήμες ούτε από κάποια γενική πολιτική αντιπάθεια.
Μιλάω από προσωπική εμπειρία, μέσα σε μια συγκεκριμένη δημόσια διαδικασία: την επιλογή καλλιτεχνικού διευθυντή στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική ειρωνεία:
να κινείσαι στον χώρο του κόμματος που συνδέθηκε ιστορικά με τον νόμο Πεπονή και να προεδρεύεις σε μια διαδικασία όπου εμφανίζεται τηλεφωνικά ένα κριτήριο 1.500 συνεχόμενων ενσήμων, το οποίο δεν υπάρχει στην προκήρυξη· όπου η απαίτηση δεν διατυπώνεται γραπτώς· όπου μια υποψηφιότητα κρίνεται πριν ακουστεί· και όπου η απόφαση ανακαλείται αργότερα, χωρίς να εξηγείται τι ακριβώς άλλαξε.
Κύριε Γρανά, εμένα μπορεί να μη με σεβαστήκατε.
Αλλά τον Πεπονή;
Την έννοια του γραπτού κανόνα;
Την υποχρέωση μια δημόσια διαδικασία να μην αλλάζει όρους, κρίσεις και εξηγήσεις καθ’ οδόν;
Γιατί άλλο να επικαλείσαι το ΠΑΣΟΚ που προσπάθησε να βάλει κανόνες και άλλο να διοικείς σαν οι κανόνες να είναι απλώς διακοσμητικοί.
Δεν θυμίζετε απλώς το ΠΑΣΟΚ πριν από τον Πεπονή.
Θυμίζετε τον λόγο για τον οποίο…χρειάστηκε ο Πεπονής!!
Στο συνέδριο, σύνεδρος του ΠΑΣΟΚ.
Στον Δήμο, στήριγμα μιας διοίκησης που απαξιώνει πολιτικά και ηθικά τις αρχές του.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η διπλή ιδιότητα.
Είναι ότι το ΠΑΣΟΚ μένει για την ταυτότητα και οι αρχές του εγκαταλείπονται μόλις αρχίζει η συνεδρίαση.
Η γενιά των γονιών μας αλλα και των τριών κυρίων που αναφέρουμε,
δεν γνώρισε το ΠΑΣΟΚ ως νοσταλγία ούτε ως κομματικό brand.
Το γνώρισε ως ιστορική τομή.
Γνώρισε μια παράταξη που παρέλαβε μια Ελλάδα περισσότερο κλειστή, άνιση και φοβική και έφερε αλλαγές που σήμερα αντιμετωπίζουμε ως αυτονόητες: το Εθνικό Σύστημα Υγείας, τον πολιτικό γάμο, το νέο οικογενειακό δίκαιο, την ενίσχυση της ισότητας και μια διαφορετική αντίληψη κοινωνικής αξιοπρέπειας.
Μεταξύ μας, υπάρχει Ελλάδα πριν από το ΠΑΣΟΚ και Ελλάδα μετά το ΠΑΣΟΚ.
Αυτό είναι ακριβώς που κάνει τη σημερινή εικόνα πιο απογοητευτική.
Η δική μας γενιά δεν αμφισβητεί την ιστορία του ΠΑΣΟΚ.
Αμφισβητεί το δικαίωμα ορισμένων να τη χρησιμοποιούν ως κολυμβήθρα, για να ξεπλένουν συνεργασίες, μετακινήσεις, επιστροφές και πολιτικές συμπεριφορές που δεν έχουν καμία σχέση με τις αρχές τις οποίες επικαλούνται.
Οι γονείς μας θυμούνται την αλλαγή.
Εμείς, όμως, βλέπουμε ποιοι την επικαλούνται.
Και δεν ζήσαμε μόνο τα χρόνια της ευκολίας.
Ζήσαμε και την κρίση.
Είδαμε την εποχή κατά την οποία όλα έμοιαζαν να περισσεύουν, αλλά είδαμε και μια ολόκληρη γενιά —και τις επόμενες— να καλείται να πληρώσει λάθη που δεν αποφάσισε.
Γι’ αυτό δεν μας αρκεί η νοσταλγία.
Δεν μπορούμε να χειροκροτούμε απλώς επειδή «έτσι κάναμε πάντοτε».
Θυμόμαστε την ιστορία.
Θυμόμαστε, όμως, και το κόστος της.
Και ακριβώς επειδή τα ζήσαμε και τα δύο, μπορούμε να ξεχωρίσουμε πότε μια παράταξη εμπνέει και πότε απλώς απαιτεί πίστη από συνήθεια.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να έχει ένα σοβαρό, συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο πρόγραμμα.
Στην Καβάλα, όμως, όσο καθαρές είναι οι θέσεις του στα χαρτιά, τόσο θολή παραμένει η στάση του απέναντι στα πρόσωπα που εμφανίζονται ως εκφραστές του.
Κανείς δεν λέει καθαρά ποιοι το εκπροσωπούν, ποιους αποδέχεται και από ποιους κρατά αποστάσεις.
Κανείς δεν έχει βγει να πει ξεκάθαρα: «Αυτοί δεν μας εκφράζουν».
Και αυτή η σιωπή δεν είναι ουδέτερη. Όταν δεν ξεκαθαρίζεις ποιος μιλά στο όνομά σου, αφήνεις τελικά τον καθένα να χρησιμοποιεί την ταυτότητά σου όταν τον εξυπηρετεί.
Πώς, λοιπόν, να πιστέψουμε ένα τόσο συγκεκριμένο πρόγραμμα, όταν το ίδιο το κόμμα παραμένει τόσο ασαφές για εκείνους που το εκπροσωπούν;
Κι αν σήμερα στο ΠΑΣΟΚ Καβάλας αναρωτιέστε γιατί τόσοι άνθρωποι που κάποτε συμπορεύτηκαν μαζί σας δεν βρίσκονται πια δίπλα σας, η απάντηση δεν είναι ότι ξέχασαν την παράταξη.
Είναι ότι εσείς αφήσατε την παράταξη να γίνει πολιτικό καταφύγιο και προσωπικό εργαλείο ανθρώπων των οποίων όλοι γνωρίζαμε τις μετακινήσεις, τις συνεργασίες και τις πολιτικές διευθετήσεις.
Τους επιτρέψατε να χρησιμοποιούν το όνομα, την ιστορία και τα σύμβολα του ΠΑΣΟΚ σαν να τους ανήκουν, ενώ όσους διαφωνούσαμε μας θεωρήσατε δεδομένους, σιωπηλούς και τελικά αναλώσιμους.
Μας ξεχάσατε και, ακόμη χειρότερα, μας υποτιμήσατε.
Πιστέψατε ότι θα δεχόμασταν ανθρώπους με εντελώς διαφορετική πολιτική συμπεριφορά να εμφανίζονται ως εκφραστές της ίδιας παράταξης και ότι εμείς θα συνεχίζαμε να χειροκροτούμε από συνήθεια;;;
Ε, όχι.
Δεν γίνεται να αποκαλούμαστε όλοι το ίδιο πράγμα, όταν δεν υπηρετούμε ούτε τις ίδιες αρχές ούτε την ίδια αντίληψη για την πολιτική.
Δεν απομακρυνθήκαμε επειδή πάψαμε να αναγνωρίζουμε το ΠΑΣΟΚ.
Απομακρυνθήκαμε επειδή πάψαμε να το αναγνωρίζουμε το ΠΑΣΟΚ σε εσάς!
Αν είσαι ΠΑΣΟΚ και διαβάζοντας όλα αυτά σκέφτεσαι «μα αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με το ΠΑΣΟΚ που ξέρω», ενώ την ίδια ώρα εμφανίζονται κανονικά ως ΠΑΣΟΚ, τότε το πρόβλημα δεν είναι δικό σου.
Είναι του ίδιου του κόμματος.
Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να απαντηθεί το αυτονόητο:
Τι είναι τελικά το ΠΑΣΟΚ σήμερα;
Είναι η παράταξη της αλλαγής, των θεσμών, της αξιοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης;
Ή είναι παλιές διαδρομές, προσωπικές καρέκλες, βολικές επιστροφές και μια πράσινη ταμπέλα που βγαίνει από το συρτάρι κάθε φορά που χρειάζεται;
Κι εσύ, λοιπόν, ποιο ΠΑΣΟΚ είσαι;
Εκείνο που άλλαξε την Ελλάδα ή εκείνο που έμαθε απλώς να επιβιώνει μέσα της;
ΥΓ 1. για «μυημένους»
Υπάρχει ένας στοιχειώδης κανόνας δημόσιας αξιοπρέπειας και εντιμότητας:
δεν επικαλούμαστε τους νεκρούς για να νομιμοποιήσουμε τις όποιες επιλογές μας!
Γιατί δεν βρίσκονται στη ζωή ,να επιβεβαιώσουν, να διαψεύσουν ή να εξηγήσουν τι ακριβώς ειπώθηκε και τι πραγματικά συνέβη.
ΥΓ 2.
Αν ο κ. Σιμιτσής αναρωτηθεί γιατί παρακολουθώ τις αναρτήσεις του,
η απάντηση είναι απλή: επειδή ένας άνθρωπος που πέρασε από τόσες θέσεις και σήμερα προεδρεύει σε αναπτυξιακό οργανισμό του Δήμου δεν είναι ιδιώτης.
Η δημόσια παρουσία του είναι απολύτως θεμιτό αντικείμενο πολιτικής κριτικής.
Και επειδή η πολιτική ισχύς δεν μετριέται στις αναρτήσεις αλλά…στις εξαρτήσεις, ας το πούμε απλά:
Όταν ο παλιός σου αντιδήμαρχος σου δίνει την καρέκλα και το ΠΑΣΟΚ το πολιτικό και διαδυκτιακό φόντο, δεν έχεις πολιτική ισχύ.
Έχεις καλό δίκτυο «αποφοίτων» και εξαιρετικό branding!
ΥΓ 3.
Κύριε Γρανά, πρόεδρε του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, στις 17 Μαρτίου, όταν σας εξηγούσα όσα είχαν προηγηθεί μέχρι την «τελική συνέντευξη» —κριτήρια εκτός προκήρυξης, αλλαγές στη διαδικασία και ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα— εσείς και ΔΥΟ ΑΚΟΜΗ μέλη του Δ.Σ. με άμεση και δημόσια σύνδεση με το ΠΑΣΟΚ επιλέξατε να μην ακούσετε.
Και οι τρείς σας, μαζί με άλλους, επιλέξατε να μετατρέψετε τους θεσμούς σε ντεκόρ.
Ο λόγος, λοιπόν, που το T-shirt της φωτογραφίας θα έπιανε τρελά λεφτά στη vintage αγορά είναι απλός:
Γιατί το φοράω εγώ.
Γιατί το φοράω εγώ και ΤΟΣΟΙ ΑΛΛΟΙ που δεν έγιναν σαν κι εσάς!
Γιατί η ελπίδα που αποτυπώνεται στη φωτογραφία δεν ήταν ένα σύνθημα τυπωμένο πάνω σε ύφασμα.
Ήταν στο βλέμμα των γονιών μας, στα πρόσωπα των φίλων τους, στις παρέες, στις πλατείες και στους δρόμους.
Γιατί τελικά η ακοή, η θεσμική συνείδηση και κυρίως η μνήμη —αυτές που χάσατε τόσο βολικά και πρόθυμα εκείνη την ημέρα— αποδεικνύονται σημαντικότερες πολιτικές αρετές από οποιαδήποτε αλλη κομματική ταυτότητα!
Και ναι, μεταξύ μας τώρα καταπιείτε το και οι ΠΕΝΤΕ:
Όσο κι αν φοράτε το λογότυπο…το original δεν θα το φτάσετε ποτέ.
Γιώργος Καρατζιώτης 02/08/2026