

γράφει ο
Γιώργος Καρανίκας
Όλοι μας θυμόμαστε, αν δεν έχουμε πιεί το νερό της λήθης τα βάσανα του λαού μας από το ΔΝΤ που μας φόρτωσε ο ΓΑΠ τα μαύρα χρόνια της κρίσης…
Κι αφού μας έβαλαν με τους άλλους δύο στην μέγγενη και μας ξεζούμισαν έρχονται σήμερα να καταγράψουν θετική τη συνολική εικόνα για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στην έκθεση αξιολόγησης του χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας.
Άσχετα το τι τραβάει ακόμη ο λαός μας από τα δεινά που δεν λένε να ξεκολλήσουν από την πλάτη του, το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη χρηματοοικονομική τους θέση τα τελευταία χρόνια, διαθέτουν υψηλή ρευστότητα και εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία, ωστόσο επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες που απαιτούν προσοχή.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί εντυπωσιακά από τα επίπεδα – ρεκόρ της προηγούμενης δεκαετίας.
Το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων υποχώρησε από τα 107 δισ. ευρώ το 2016 σε περίπου 6 δισ. ευρώ στα μέσα του 2025, κυρίως μέσω τιτλοποιήσεων και διαγραφών.
Παρ’ όλα αυτά, το ποσοστό των προβληματικών δανείων παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σε ορισμένες μικρότερες τράπεζες εξακολουθεί να κυμαίνεται μεταξύ 20% και 40%.
Το ΔΝΤ σημειώνει επίσης ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025 καταγράφηκε μικρή αύξηση νέων καθυστερήσεων, εξέλιξη που παρακολουθείται στενά από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Ωστόσο, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι το ρίσκο δεν εξαφανίστηκε, αλλά μεταφέρθηκε από τα πιστωτικά ιδρύματα στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
Όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, οι servicers διαχειρίζονται πλέον ένα τεράστιο απόθεμα distressed στοιχείων ύψους 92,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 81,4 δισ. ευρώ ανήκουν σε funds. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί στο 37,4% του ελληνικού ΑΕΠ για το 2025 και αφορά περίπου 2,4 εκατ. δανειολήπτες, σε έναν πληθυσμό 10,4 εκατομμυρίων.
Ως αποτέλεσμα, ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών και επιχειρήσεων παραμένει εγκλωβισμένο εκτός τραπεζικού συστήματος , καθώς θεωρείται non-bankable. Περιορίζεται έτσι η βάση πελατών για νέες χορηγήσεις και αναγκάζονται οι τράπεζες να στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Το Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιδόσεις των servicers, οι οποίες υπολείπονται των στόχων που προβλέπονταν στα αρχικά πλάνα τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος να αυξήσει δραστικά τους εποπτικούς της πόρους, να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες διαφάνειας και να ζητά επικαιροποιημένα business plans από τις εταιρείες του χώρου.
Παράλληλα, καλεί την κυβέρνηση να εκκαθαρίσει τις εκκρεμείς υποθέσεις του Νόμου Κατσέλη και να δημιουργήσει μια ετήσια πιστοποιημένη έκθεση για την πορεία των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλής».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στο δικαστικό σύστημα.
Όπως επισημαίνεται, οι πιστωτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια και χρονοβόρες διαδικασίες στην αναγκαστική εκτέλεση και ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, γεγονός που δυσκολεύει την οριστική επίλυση παλαιών προβληματικών δανείων.
Για τον λόγο αυτό το Ταμείο προτρέπει την κυβέρνηση να επισπεύσει τις σχετικές νομοθετικές παρεμβάσεις.
Οι βασικές αιτίες, κατά το ΔΝΤ, για την αναποτελεσματικότητα των αναγκαστικών εκτελέσεων και για τις καθυστερήσεις, εντοπίζονται στα εξής:
Συνεχείς ανακοπές και ενστάσεις των δανειοληπτών σε διάφορα στάδια της διαδικασίας.
Υποχρεωτική αναμονή 7 μηνών μεταξύ κατάσχεσης και πρώτου πλειστηριασμού.
Το γεγονός ότι οι πιστοποιημένοι εκτιμητές δεν έχουν πρόσβαση στο εσωτερικό των ακινήτων.
Τα νοικοκυριά παραμένουν ευάλωτα στο υψηλό κόστος ζωής και στο αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους.
Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν σχετικά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για βασικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως τρόφιμα και κοινής ωφέλειας, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επιπλέον, τα περισσότερα δάνειά τους έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο, γεγονός που τα καθιστά ευάλωτα σε αυξήσεις επιτοκίων.
Οι προσομοιώσεις σε επίπεδο νοικοκυριών δείχνουν ότι μια μείωση του πραγματικού εισοδήματος θα μπορούσε να οδηγήσει πολλά νοικοκυριά στο να δαπανούν έως και το 70% του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες και εξυπηρέτηση χρέους, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών.
Αντίθετα, οι αυξήσεις επιτοκίων φαίνεται να έχουν μικρότερη επίδραση λόγω της συνεχιζόμενης απομόχλευσης και της μείωσης του συνολικού χρέους των νοικοκυριών.
Τι να τους πεις τώρα; Το αι σιχτίρ και λίγο τους είναι τους χαρτογιακάδες!
