γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Έφταιγε ο Σταθμάρχης; Έφταιγε ο Νομάρχης;

Έφταιγε ο Υπουργός, ο Καραμανλής;

Δεν έφταιγε, άραγε, κανείς;

Κρότος, φωτιά, συντρίμμια τα τρένα,

δεν ήταν δυνατό να πιάσουν τα φρένα.

 

Δύο χιλιάδες είκοσι τρία,

είκοσι οχτώ του Φλεβάρη,

κατέβηκε ο Χάρος

πενήντα εφτά ψυχές να πάρει.

Στα Τέμπη καμένες σάρκες μυρίζουν

και οι ψυχούλες «πέταξαν»,

πίσω δεν γυρίζουν.

 

Σχεδόν όλοι φοιτητές και φοιτήτριες,

ίσως γινόταν ποιητές και ποιήτριες,

μα…δεν πρόλαβαν να βάλουν

στο χεράκι τους «Μάρτη»,

ούτε να πάνε στης Σχολής τους

το πάρτι.

 

Σαν αστραπή μαθεύτηκε

τα μεσάνυχτα το χαμπάρι,

τρελάθηκε ο πατέρας,

η μάνα ποιο δρόμο να πάρει;

Τρέχουν και ψάχνουν στ’ αποκαΐδια

και τους δίνουν το παιδί τους

μέσα σε σακούλα από σκουπίδια.

 

-Τι είν’ αυτό; Τρυπάει καρδιές,

όταν κλαίει και οδύρεται η μανούλα.

-Εγώ θέλω το παιδί μου

κι όχι κομμάτια μέσα στη σακούλα!

 

Και τσακώνονται Υπουργοί

και ΟΣΕτζήδες.

Μόνοι κερδισμένοι είν’ οι…παλιατζήδες.

Τα ΝΤΑΤΣΟΥΝ τους με σκραπ γεμίζουν,

με παλιοσίδερα, που…σάρκες μυρίζουν.

 

Και Επιτροπές, διαβουλεύσεις κι ανακρίσεις,

μα τους γονείς, που κλαίνε, κλαίνε, κλαίνε,

πώς να τους παρηγορήσεις;

Πέρασε ένας χρόνος και δεν το πιστεύουν,

δεν κοιμούνται όλη νύχτα,

το παιδί τους γυρεύουν.

 

Έχουν την εικόνα τους μεγάλη,

πάνω στο τραπέζι, την κοιτάει η μάνα.

Η ματιά του παιδιού της

στο στήθος την πιέζει.

Αρπάζει την εικόνα

και χίλιες φορές την φιλάει

και παρακαλεί κοντά στο

παιδί της να πάει.

 

Πηγαίνει κάθε μέρα με λουλούδια

στο μνήμα

και αναθεματίζει τους αίτιους,

τσουβαλάτα και χύμα.

 

Θα πάει στο μνημόσυνο, στην εκκλησία,

ντυμένη στα μαύρα και θα ψιθυρίζει,

ο παπάς θα ψέλνει,

μα ο νους της στο παιδί της θα γυρίζει.

 

Και ίσως ο δεσπότης προσπαθήσει,

μ’ ένα σύντομο κήρυγμα

να την παρηγορήσει.

-Ήταν θέλημα Θεού…και της Παναγίας,

κοίταξε τον Σταυρό, στο ιερό

της εκκλησίας!

 

-Το παιδί σου έγινε άγγελος στα ουράνια…

και δίπλα στον Χριστό, μυρίζει τα λιβάνια!

 

Και η μάνα, που ακούει τα λόγια

του κηρύγματος,

λέει μέσα της, ήταν θέλημα Θεού

ή αποτέλεσμα του σάπιου μας συστήματος;

 

Σηκώνεται όρθια και πηγαίνει πρώτη,

με λυγμούς και δάκρυα, φωνάζει στον δεσπότη:

-Δέσποτά μου, σταμάτα επιτέλους,

εμείς θέλαμε τα παιδιά στην αγκαλιά μας

κι όχι στον ουρανό αγγέλους!

 

Αιωνία σας η μνήμη,

αδικοχαμένα τριαντάφυλλα και κρίνα,

που πέσατε στων Τεμπών την κοιλάδα.

Σας κλαίνε οι άμοιροι γονείς σας

και μαζί τους, απ’ άκρη σ’ άκρη

όλη η Ελλάδα!