γράφει ο 

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Γιατί αδρανούν οι εισαγγελείς;...” από τη στιγμή που “...δεν δικαιούνται να αγνοούν και ιδία του Αρείου Πάγου που είναι έγκριτοι νομικοί και ξεχωριστές προσωπικότητες...”.

 

Μη μου πείτε πως δεν είναι άκρως ενδιαφέρουσα η άποψη ενός νομικού και συγκεκριμένα του Δικηγόρου Χάρη Βεργούλη που έγραψε το άρθρο στην “ΕφΣυν” (13/11) για τη Δικαιοσύνη στη χώρα μας.

 

Εντάξει λοιπόν, ας δούμε τι “δεν δικαιούνται να αγνοούν” οι υπηρέτες της Δικαιοσύνης και του Νόμου.

 

“...Στον Δημοκρατικό πυλώνα του πολιτεύματός μας -γράφει ο νομικός μας- ανήκει η διάκριση των εξουσιών ('Αρθρο 26 του Συντάγματος)...”.

 

Για να υπάρξει “διάκριση” πρέπει να υπάρχει και “ανεξαρτησία”. Όμως, πώς μπορούμε να μιλάμε για ανεξαρτησία και διάκριση της δικαστικής εξουσίας όταν το “Υπουργικό Συμβούλιο”, δηλαδή ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης(!) αποφασίζει για το ποιοι δικαστικοί λειτουργοί θα προαχθούν στις ανώτατες και ανώτερες θέσεις (Άρθρο 90 παρ5 του Συντάγματος), ενώ ο “Υπουργός Δικαιοσύνης”, δηλαδή ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης(!), επιβάλλει τον Πειθαρχικό έλεγχο (Άρθρο 91 και παρ.);

 

Και τι να πει κανείς για την “ανεξαρτησία” της “νομοθετικής εξουσίας” όταν όλα -μα όλα- τα κόμματα της αντιπολίτευσης λειτουργούν συνειδητά ως “χρήσιμοι ηλίθιοι” -τρανό παράδειγμα η τελευταία “εξυπηρέτηση” με την πρόταση του Ιερατείου του Περισσού για το στήσιμο της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για το μαζικό έγκλημα των Τεμπών: ένοχος, ένοχον ου ποιεί, ρε!

 

Δεν υπάρχει “διάκριση των εξουσιών”. Όλα λειτουργούν υπό το “Επιτελικό Κράτος” (Fuhrung) του κ. Μητσοτάκη(!) που αποφασίζει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Χρησιμοποιεί το 41% του 50% του εκλογικού σώματος που κατέβηκε να ψηφίσει ως απόλυτη πλειοψηφία, ως “τυραννία της πλειοψηφίας”.

 

“...Αιχμή του δόρατος στον φιλελεύθερο πυλώνα του κράτους -συνεχίζει ο Δικηγόρος μας- αποτελεί η καθιέρωση της δικαστικής εξουσίας (Άρθρο 20 του Συντάγματος)... Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η ελληνική πολιτεία συνιστά ένα κράτος δικαίου όπου τα δικαιώματα του ανθρώπου έναντι οποιασδήποτε (κρατικής ή μη) εξουσίας τελούν υπό την εγγύηση της δικαστικής λειτουργίας...”.

 

Θα μπορούσε να είναι έτσι όπως τα λέει εάν υπήρχε Συνταγματικό Δικαστήριο με δικαιοδοσία στον χώρο όλων των συνταγματικών διαφορών.

 

Η έλλειψη έχει ως αποτέλεσμα να μείνει ανενεργός η αρχή του κράτους δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται στο Άρθρο 20 του Συντάγματος -υποστηρίζει σε θεωρητικό επίπεδο κάποιος Νομικός δάσκαλος.

 

Υπάρχει, βέβαια, και η ελληνική πραγματικότητα που συνηγορεί υπέρ της παντελούς έλλειψης κράτους δικαίου -αρκεί κανείς να διαβάσει την καταγγελία της Προέδρου του “Συλλόγου” που κρατά ζωντανές τις φωνές των 57 δολοφονημένων στα Τέμπη.

 

Με αναφορές στα Άρθρα 2, 4 και τα επόμενα, ο Δικηγόρος μας, συμπληρώνει αυτά που “...δεν δικαιούνται να αγνοούν οι εισαγγελείς...”, για να καταλήξει ως εξής: “...η δικαστική εξουσία δεν νοείται η συνταγματική αυτή δύναμη να διστάζει ή να φοβάται να δράσει και να ελέγξει την εκτελεστική ή όποια άλλη θεσμική ή παραθεσμική εξουσία...”.

 

Η τακτική του “μια στο καρφί και μια στο πέταλο” δεν μου λέει τίποτα. Οι σφυριές πρέπει να σημαδεύουν το δάχτυλο.

 

Σ' ένα σημείο του “Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ” σχετικό με την αποναζιστικοποίηση της Δ. Γερμανίας του 1945 η Χάννα Άρεντ γράφει: “...Δεν υπάρχει ελπίδα ότι η κατάσταση αυτή θα αλλάξει τώρα, παρ' όλο που η κυβέρνηση Αντενάουερ αναγκάστηκε να εκκαθαρίσει τον δικαστικό κλάδο από πανω από 140 δικαστές και εισαγγελείς, να διώξει πολλούς αξιωματικούς της αστυνομίας με ιδιαίτερα επιβαρυντικό ναζιστικό παρελθόν και να απολύσει τον επικεφαλής Εισαγγελέα του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου...

 

Υπολογίζεται ότι οι 5.000 από τους 11.500 δικαστές της Ομοσπονδιακής Γερμανίας στελέχωναν τα δικαστήρια του Χιτλερικού καθεστώτος...

 

Είναι άλλο πράγμα να ξετρυπώνεις εγκληματίες και δολοφόνους από την κρυψώνα τους, και άλλο να τους βρίσκεις να διαπρέπουν και να ακμάζουν στη δημόσια σφαίρα -να συναντάς πάμπολλους ανθρώπους στο διοικητικό μηχανισμό της ομοσπονδίας και των κρατιδίων, και εν γένει σε δημόσια αξιώματα οι οποιοι διακρίθηκαν επαγγελματικά κατά τους χρόνους του χιτλερικού καθεστώτος.

 

Γεγονός πάντως είναι ότι, αν η κυβέρνηση Αντενάουερ έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία και δεν διόριζε στο δημόσιο ανθρώπους με βεβαρημένο ναζιστικό παρελθόν, πιθανόν δεν θα υπήρχε δημόσια διοίκηση στη Ομοσπονδιακή Γερμανία...”.

 

Εδώ κάπου, έσκασε και η είδηση: “...Απαλλάχθηκε από τον πειθαρχικό έλεγχο, που είχε ξεκινήσει εναντίον της για την υπόθεση των παρακολουθήσεων, η μέχρι πρότινος εισαγγελέας της ΕΥΠ Βασιλική Βλάχου, η οποία επιστρέφει στον Πειραιά ως προϊσταμένη της Εισαγγελίας Εφετών.

 

Εναντίον της είχε κινηθεί πειθαρχική έρευνα, έπειτα από εντολή που είχε δώσει ο ε.τ. αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου και Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης, Χρήστος Τζανερίκος, ο οποίος παραιτήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τον περασμένο Απρίλιο, καταγγέλοντας κυβερνητική προσπάθεια παρεμβάσεων στο έργο του.

 

Η ίδια (η Βλάχου) προσωπική επιλογή του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη, ήταν εκείνη που αδιακρίτως έβαζε την υπογραφή της για την παρακολούθηση δεκάδων χιλιάδων πολιτών με τη γενική αόριστη αιτιολογία ότι “αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας”...

 

Τη θέση της κ. Βλάχου στην ΕΥΠ κατέλαβε η αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευδοκία Πούλου.

 

Αξιοσημείωτο -τονίζει ο κ. Ζαφειρόπουλος (ΕφΣυν 8/1)- είναι το γεγονός πως απαλλακτική πρόταση για την αναφορά Τζανερίκου κατά της Βλάχου, η οποία τελικά έγινε δεκτή από την αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Φραγκάκη, είχε κάνει η ίδια η αντιεισαγγελέας Ευδοκία Πούλου, η οποία πήρε τη θέση της κ. Βλάχου στην ΕΥΠ...”.

 

Ο Καρλ Μαρξ κάπου έλεγε ότι “...η δικαιοσύνη είναι αυτό που έχει καθιερωθεί...”, ως καθεστώς, θα τολμούσα να προσθέσω.

 

Εν πάση περιπτώσει “...Οι πολίτες -συνεχίζει ο Δικηγόρος μας- εύλογα απορούν γιατί επί τόσο μεγάλο διάστημα σε μείζονες σημασίας υποθέσεις, καίριας σημασίας για τη λειτουργία του κράτους δικαίου (έγκλημα των Τεμπών, υποκλοπές), υπάρχει παρέλκυση αδικαιολόγητη και ανοχή στη συγκάλυψη...

 

Το “γιατί” των πολιτών είναι αμείλικτο...”.

 

Όπως και να 'χει, εμείς, ο λαός, είμαστε αυτοί που δεν δικαιούμαστε να αγνοούμε ότι η αυτοθέσμιση (Καστοριάδης) δεν μπορεί να είναι “στιγμιαία”, ούτε δι΄ανάθεσης σε αντιπροσώπους, ότι αυτοθέσμιση πραγματοποιεί μια “εν δυνάμει” και ταυτόχρονα “ενεργεία” συντακτική κοινωνία πολιτών.

 

Ναι, αλλά τι ακριβώς είναι αυτό το “κράτος δικαίου” που αν το πιάσεις και τραβήξεις την κυριολεξία βγαίνει στην επιφάνεια ένα κράτος υπό την εξουσία του δικαίου του οποίου όμως τους νόμους αποφασίζει ο Αρχηγός -όπως λέει και ο νομικός του ναζισμού Καρλ Σμιτ “...το δίκαιο είναι το σχέδιο και η βούληση του ηγέτη, του Fuhrer...”. Αυτό είναι.

 

Όσο για τα “δικαιώματα του ανθρώπου”, μόνο ο Μαρξ είναι σε θέση να ξεκαθαρίσει τα περί “δικαιωματισμού” και μη (βλέπε προηγούμενο σχόλιο).

 

“...Συνεπώς, κανένα από τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου δεν ξεπερνά τα όρια του εγωιστή ανθρώπου, του ανθρώπου ως μέλους της κοινωνίας των ιδιωτών, δηλαδή ως ατόμου αποτραβηγμένου στον εαυτό του, στο ιδιωτικό του συμφέρον και στην ιδιωτική του αυθαιρεσία και απομονωμένου από την κοινότητα.

 

Ο άνθρωπος δεν θεωρείται καθόλου, μέσα σε τούτα τα δικαιώματα, σαν μέλος του ανθρώπινου είδους -απεναντίας η ίδια η ζωή του είδους, η κοινωνία, εμφανίζεται σαν ένα πλαίσιο εξωτερικό για τα άτομα, σαν περιορισμός της αρχικής τους αυτοτέλειας. Ο μοναδικός δεσμός που τα κρατάει ενωμένα είναι η φυσική αναγκαιότητα, η ανάγκη και το ιδιωτικό συμφέρον, η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και του εγωιστικού τους προσώπου...”.

 

Ο Μαρξ στη συνέχεια φέρνει σε “αντιπαράθεση” τον επαναστάτη Πολίτη με τον άνθρωπο των δικαιωμάτων: “...Αποτελεί ήδη αίνιγμα το πώς ένας λαός που μόλις αρχίζει ν' απελευθερώνεται, να γκρεμίζει όλους τους φραγμούς ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία τους, να θεμελιώνει μια πολιτική κοινότητα -πώς ένας τέτοιος λαός διακυρήσσει πανηγυρικά (Διακήρυξη του 1791) τη δικαίωση του εγωιστή ανθρώπου, του απομονωμένου από τον συνάνθρωπό του και την κοινότητα.

 

Ακόμα πιο αινιγματικό γίνεται...” συνεχίζει στο “Συμβολή στο Εβραϊκό ζήτημα” και όχι εδώ που είναι περιορισμένος ο χώρος της φιλόξενης “θασιακής” μας.

 

Ας μην γίνουμε κι εμείς καταχραστές.