γράφει ο

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Είναι απολύτως βέβαιο ότι το τοπικό, το τονίζω, σύστημα τηλεδιοίκησης λειτουργούσε στη Λάρισα από τον Νοέμβριο του '22.

 

Αυτό δεν επιδέχεται καμιάς αμφιβολίας και θέλω να το τονίσω και θέλω να διαψεύσω κατηγορηματικά όποιον ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό...”!!!

 

Πριν αναρωτηθούμε για οτιδήποτε σχετικό με την παραπάνω δήλωση του Πρωθυπουργού της χώρας, ως Κούλης που είναι, (βλ: συνέντευξη 22/3), ας ρίξουμε μια ματιά στα αληθειοφόρα συμβάντα (τα ενεργά υποκείμενα των οποίων έχουν όλα ονοματεπώνυμο και διεύθυνση κατοικίας) που προηγήθηκαν.

 

Στις 15/3 στη Βουλή παρουσία της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας ο Γεραπετρίτης δηλώνει: “...Το κέντρο τηλεδιοίκησης της Λάρισας λειτουργούσε απολύτως.

 

Επαναλαμβάνω και θέλω να καταγραφεί ρητά στα πρακτικά. Το κέντρο τηλεδιοίκησης της Λάρισας λειτουργούσε απολύτως...”!!!

 

Δεν πρόλαβαν να περάσουν πέντε ολόκληρες ημέρες και ο ίδιος ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου -παρακαλώ- ως ένας ξεπεσμένος πολιτικάντης δηλώνει: “...Αυτό το οποίο είπα είναι ότι υπάρχει τοπική τηλεδιοίκηση η οποία είναι για 8,5 χιλιόμετρα...”!!!

 

Αδυνατώ να προσδιορίσω εάν αυτή η “διόρθωση” έγινε πριν ή μετά την “αυτοψία” που πραγματοποίησε ο Αλέξης Τσίπρας τη Δευτέρα 20/3 στο καμένο κέντρο Τηλεδιοίκησης της Λάρισας από την πυρκαγιά του Ιούλη του 2019.

 

Μια “αυτοψία” που γκρέμισε το αφήγημα της κυβέρνησης των Αρίστων του Κούλη και, όπως ήταν αναμενόμενο, σήμανε συναγερμό στο νεοναζιστικό επιτελείο το οποίο αφού κυκλοφόρησε την “είδηση” ότι ο Τσίπρας πήγε σε “λάθος κτίριο”, έστειλε τον υφυπουργό Μεταφορών Μιχάλη Παπαδόπουλο στο σωστό κτίριο που έσπευσε να αποδείξει ότι “τηλεδιοίκηση” υπήρχε και λειτουργούσε κανονικά την ημέρα του εγκλήματος στα Τέμπη:

 

“...Ήρθαμε να δείξουμε ότι αυτός ο πίνακας, το τοπικό σύστημα τηλεδιοίκησης λειτουργεί... σύστημα που λειτουργούσε και τη νύχτα του δυστυχήματος δυστυχώς δεν χρησιμοποιήθηκε...”!!!

 

Στη συνέχεια κάλεσε τον Σταθμάρχη της βάρδιας να δείξει πώς λειτουργεί.

 

Εκείνος, παίρνοντας τον λόγο, είπε: “...Εδώ είμαστε μπροστά στον τοπικό χειρισμό του σταθμού Λάρισας. Έχουμε μια εικόνα για 8 χιλιόμετρα...”.

 

Ένας από τους δημοσιογράφους τον ρωτά: “...Αυτό είναι τηλεδιοίκηση;...” για να απαντήσει ο Σταθμάρχης: “...Αυτό δεν είναι τηλεδιοίκηση. Εδώ είναι ο τοπικός χειρισμός... Δεν υπάρχει τηλεδιοίκηση...”, διαψεύδοντας πλήρως – και “απολύτως” όπως θα έλεγαν Κούλης και Γεραπετρίτης- τον υφυπουργό σε ζωντανή μετάδοση, βεβαίως-βεβαίως.

 

Για να προσθέσει αμέσως μετά ο Σταθμάρχης: “...Από τον τοπικό σταθμό βλέπει 3,5 χιλιόμετρα περίπου από την έξοδο του σταθμού και 1,5 με 2 χιλιόμετρα από το νότιο τμήμα...”, ενώ αν υπήρχε τηλεδιοίκηση θα έβλεπε “...μέχρι το Πλατύ...” Ημαθίας δηλαδή 136 χιλιόμετρα.

 

Ο εξευτελισμός σε απευθείας μετάδοση συνεχίστηκε όταν άλλος δημοσιογράφος ρώτησε τον Σταθμάρχη: “...Η τηλεδιοίκηση ήταν σε άλλο χώρο μέχρι το 2019;...”.

 

“...Σε αυτόν που επισκευάζεται...” είπε ο Σταθμάρχης αποδεικνύοντας έτσι πως αυτός που πήγε σε “λάθος κτίριο” ήταν ο υφυπουργός Μεταφορών και όχι ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

 

Όπως ήταν φυσικό, ο υφυπουργός δεν μπόρεσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του από τις κάμερες.

 

“...Νομίζω τα έκανες όλα...” είπε στον Σταθμάρχη σχεδόν επιπλήττοντάς τον που είπε την αλήθεια.

 

Γύρισε, μάλιστα, σε συνδικαλιστή της ΔΑΚΕ που ήταν πίσω του και του έκανε νόημα να τον σταματήσει.

 

“...Τέλος...” του είπε εκείνος, απαγορεύοντας τον Σταθμάρχη να συνεχίσει να μιλά.

 

“...Η αλήθεια εκδικείται, και οι κάμερες επίσης...” γράφει η Κατερίνα Μπρεγιάννη (“ΑΥΓΗ” 22/3) αλλά, κάτι τέτοια, όπως κατ' επανάληψη έχει αναδείξει η πραγματικότητα, δεν είναι ικανά να πτοήσουν έναν γκεμπελίσκο όπως είναι ο Κούλης.

 

Γιατί, ποιος άλλος χαρακτηρισμός θα του ταίριαζε όταν, παρ' όλα αυτά τα αληθειοφόρα συμβάντα αυτός συνεχίζει να μυρικάζει ξεφωνημένα ψέματα.

 

Και μη μου πει κανείς πως δεν φέρνει στο μυαλό του τον παλιοΝαζί τον Γκέμπελς που δίδασκε: “...πες-πες κάτι θα μείνει...”, ή τον νεοναζί τον Τραμπ που υποστηρίζει ότι “...τα γεγονότα δεν έχουν καμία σημασία...”.

 

Τέλος πάντων, νομίζω πως δεν υπάρχει περίπτωση να παγιδευτούμε σε κάποιο εξοντωτικό υπαρξιακό δίλημμα να πρέπει οπωσδήποτε να διαλέξουμε μεταξύ ενός ορφανού των Ναζί του Γ' Ράιχ κι ενός μπάσταρδου (με τη ταραντινική έννοια) τουΤραμπισμού.

 

Αναρωτιέμαι, τελικά, όχι για το πώς μπορεί μετά από όλα αυτά να συνεχίζει να υποστηρίζει πως “...Είναι απολύτως βέβαιο ότι το τοπικό, το τονίζω, σύστημα τηλεδιοίκησης λειτουργούσε στη Λάρισα από τον Νοέμβριο του '22. αυτό δεν επιδέχεται καμιάς αμφιβολίας και θέλω να το τονίσω, και θέλω να διαψεύσω κατηγορηματικά όποιον ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό...”, αλλά, για το σε ποιους απευθύνεται.

 

Διότι, μπορεί να είσαι νεοφιλελές νεοδημοκράτης αλλά μπορεί και να μην είσαι βλάκας.

 

Όπως και να 'χουν τα πράγματα, το ερώτημα-όλα τα λεφτά (που έλεγε και η γιαγιά μου η καλή που καθόταν στην αυλή και καθάριζε φρέσκα φασολάκια μέσα στην ποδιά της που είχε φέρει από τη Μικρασία) είναι: ποιος ακούει το εκκολαπτόμενο υβρίδιο;

 

Ακόμη και στην περίπτωση που ο φιλοτομαρισμός σου σε προσδιορίζει ως ηλίθιο -σύμφωνα πάντα με τους “νόμους” Τσιπόλα- μένει να αποδειχτεί το κατά πόσο έχεις συνειδητοποιήσει τι πραγματικά συμβαίνει.

 

Η συνειδητοποίηση, μετά το 1945 -γράφει ο Johann Chapoutot στο βιβλίο του “Ελεύθερος να υπακούς. Το μάνατζμεντ από τον Ναζισμό μέχρι σήμερα” 2021-, ότι το ναζιστικό μαζικό έγκλημα είχε μια βιομηχανική διάσταση, προκάλεσε αισθήματα οργής και αγανάκτησης για την καπιταλιστική οργάνωση της νεωτερικότητάς μας.

 

Ο διορατικός Κοινωνιολόγος και στοχαστής Zygmunt Bauman δίνει στους αναγνώστες του βιβλίου του “Η νεωτερικότητα και το Ολοκαύτωμα” να καταλάβουν ότι ο απόλυτος τρόμος των εγκλημάτων του ναζισμού ήταν περισσότερο νεωτερικό παρά αρχαϊκό φαινόμενο: Η συγκεκριμένη οικονομική και κοινωνική οργάνωση, η εντυπωσιακή λογιστική υποδομή, κατέστησαν δυνατή, και επιθυμητή ακόμα, τη διάπραξη μιας σειράς εγκλημάτων, που αυθόρμητα αποδίδουμε σε έναν βάρβαρο πρωτογονισμό και όχι στον μεθοδικό σχεδιασμό μιας, πέρα από κάθε αμφιβολία, σύγχρονης επιχείρησης.

 

Οι στοχασμοί του Μπάουμαν -συνεχίζει ο Γιοάν Σαπουτό- ή, στην χορεία των φιλοσόφων, του Giorgio Agamben, που σε μια από τις εύστοχες παρατηρήσεις του θεωρεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης ως τον κατεξοχήν παραδειγματικό τόπο κοινωνικού ελέγχου, ιεράρχησης και αντικειμενοποίησης που, κατά τη γνώμη του, χαρακτηρίζουν την νεωτερικότητά μας, σίγουρα βοήθησαν τους ιστορικούς να υπερβούν τις επιφυλάξεις τους και να δουν τον ναζισμό σαν ένα φαινόμενο που εγγράφεται στην εποχή μας και στις τάσεις τους ως ένδειξη ή ως σύμπτωμα.

 

Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι το αποτέλεσμα ορθολογικού πολιτικού και οικονομικού προγραμματισμού, που αποφασίστηκαν από τεχνοκράτες και -ο όρος χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά από τους ιστορικούς που γράφουν για τη συγκεκριμένη περίοδο- managers, που μετακινούσαν πληθυσμούς, προκαλούσαν λιμοκτονία στους κατακτημένους λαούς και ενθάρρυναν την εξαντλητική εκμετάλλευση των ζωτικών αποθεμάτων με απίστευτη επαγγελματική ψυχρότητα και αποστασιοποίηση- “κοσμιοτητα” έλεγε ο Χίμλερ.

 

Όταν ο Κούλης λέει: “...Ο λαός περιμένει λύσεις...” και όχι μια τελική λύση, αυτή ακριβώς την “κοσμιότητα” επιδεικνύει -την απίστευτη επαγγελματική ψυχρότητα και αποστασιοποίηση του νεοφιλελέ οικονομικού δολοφόνου.