

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Απόψε είδα, ο καημένος, ένα όνειρο πολύ τρελό,
που ’μοιαζε σαν αρχαίος μύθος και ντρέπομαι να σας το πω!
Είδα τον Πούτιν και τον Μπάιντεν, που ήταν πιασμένοι στο χορό,
τον Σι Τζι Πιν, τον Ερντογάνη, Σολτς, Μπόρις Τζόνσον και Μακρόν.
Ήταν μαζί τους κι ο Ζελένσκι κι άλλοι καμιά διακοσαριά,
όλοι τους τύφλα στο μεθύσι και κάναν μια καλή δουλειά.
Ήταν σα γίγαντες μεγάλοι και σαν τιτάνες δυνατοί
και στο μεθύσι τους επάνω, θέλαν να σώσουνε τη γη.
Τους είδα, να ’τανε αλήθεια, πατούσανε σ’ ένα βουνό
και ρίχνανε κάθε οπλισμό τους, βαθιά μες στον ωκεανό.
Ο Μπάιντεν είχε κάτι μπράτσα, σαν τον κορμό ψηλής δρυός,
σήκωνε τ’ αεροπλανοφόρα, σα να ’τανε χαρταετός.
Και τα πετούσε και γελούσε, μες στον Ειρηνικό βαθιά,
θα πέταξε, αν δεν κάνω λάθος, ίσως, καμιά σαρανταριά.
Ύστερα κάθισε στην άκρη, λίγο για να ξεκουραστεί
κι αμέσως παίρνει θέση ο Πούτιν, που…και αυτός ν’ αφοπλιστεί.
Μ’ ένα χέρι πιάνει φρεγάτες, τις σφενδονίζει μακριά,
του φαίνονται μικρές σα μπίλιες και τις βουλιάζει στα νερά.
Ύστερα πιάνει αεροπλάνα, από τη μύτη σαν πουλιά
κι αμέσως τα…ξεπουπουλίζει, σκάει απ’ τα γέλια και πηδά.
Φωνάζει, γειά σου Ουκρανία, Ζελένσκι, άλλαξα μυαλό,
φαντάροι μου, γυρίστε πίσω, θα διαλύσω τον στρατό!
Πίνει μια βότκα, ένα πιθάρι και παίρνει μια αναπνοή,
πετάει τανκς, πετάει κανόνια κι ό,τι όπλο μπροστά του βρει.
Και ξαναπίνει κι άλλη βότκα, ξαπλώνει πάνω στο βουνό
και σαν τον κύκλωπα μουγκρίζει και σκάει στο ροχαλητό.
Κι ο Σι Τζι Πιν που τον κοιτάει, δείχνει τα μπράτσα του κι αυτός,
έφαγε έναν τόνο ρύζι κι έγινε πολύ δυνατός.
Και αρχινάει με δύο χέρια, πετάει πλοία μακριά,
του φαίνονται τ’ αεροπλάνα, σαν παιχνιδάκια από χαρτιά.
Κοιτάει τον Μπάιντεν και τον Πούτιν, που ’χαν κι οι δυό τους κουραστεί
κι αναφωνεί με περηφάνεια, «νενήκηκά σας, Σολωμοί!».
Ήρθε η ώρα του Μανώλη, πίνει κρασιά και τρώει ροκφόρ,
το «Σαρλ ντε Γκωλ» εκσφενδονίζει και βγάζει…είκοσι μποφόρ.
-Μπαρντόν, ουί, λέει στους άλλους, εγώ είμαι πιο δυνατός
και, μάθετέ το, στη Γαλλία, δεν θα υπάρχει πια στρατός!
Το όνειρό μου συνεχίζει και τώρα βλέπω Ερντογάν,
έν’ άνθρωπο πολιτισμένο και όχι… τον καρά τσομπάν.
Με ξυρισμένο το μουστάκι, να τρώει χαλβά και παστουρμά
και παίρνει δύναμη και τρέχει, πάνω στα όπλα του ορμά.
Σαν καρυδότσοφλα τα ρίχνει, μέσα στη θάλασσα κι αυτός,
κοιτάζει γύρω τους γειτόνους και τους φωνάζει γελαστός.
-Κούρδοι και Έλληνες ελάτε, εις το εξής πια, γιοκ καβγά,
σα μιά φαμίλια όλοι θα τρώμε, φαΐ απ’ τον ίδιο τον ταβά!
Στο τέλος σηκωθήκαν όλοι, πετάξανε τις κεφαλές
και όλα τα πυρηνικά τους κι είχανε γέλια και χαρές.
Και οι διακόσοι από κάτω, χειροκροτούσανε μαζί
κι άκουγα μια Βαβυλωνία, «ζήτωωω, τη σώσαμε τη γη!!!»
Έτσι, οι θάλασσες γεμίσαν, σίδερα να τα φάει η σκουριά
και φωτιστήκαν οι κακούργοι κι έγιναν του θεού παιδιά (αμ πώς;)
Κι εγώ, όπως τον Αρχιμήδη, στους δρόμους έτρεχα γυμνός
και φώναζα, ακούστε κόσμε, δε θα υπάρχει πια στρατός!
Ειρήνη θα ’χουμε αιώνια…μα ξύπνησα και αρχινώ,
να κλαίω με φωνή μεγάλη, όνειρο είν’ απατηλό!
Τρίβω τα μάτια μου και φέρνω, Πούτιν και Μπάιντεν στο μυαλό
και τους φωνάζω, κερατάδες, πιαστείτε πάλι στο χορό!
Αυτό ήταν το όνειρό μου, ντρεπόμουνα να σας το πω,
αλλά ας το βλέπω κάθε νύχτα κι ας είναι και απατηλό.
Λεύτερος είμαι να το βλέπω, λεύτερος και στην εκκλησιά,
ν’ ακούω το «επί γης ειρήνη», από το στόμα του παπά.