γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Παιδιά, μήπως τον βλέπετε, ξανά τον Ερντογάνη;

Από το στόμα βγάζει αφρούς κι απ’ τον ποπό ντουμάνι.

 

Λέει, ο Μητσοτάκης γιοκ και σκάει απ’ τη ζήλεια

και θάλασσες ξαναμετρά, χιλιόμετρα και μίλια.

 

Ουρλιάζει σαν τον Κύκλωπα, που του ’βγαλαν το μάτι,

τις νύχτες δεν κοιμάται πια, έχασε το ραχάτι.

 

-Τι δουλειά είχε ο γκιαούρ, να πάει στο Κογκρέσο;

Τέτοια χουσμέτια, ας μάθουνε, εγώ δεν τα αρέσω!

 

-Εμένα ο Μπάιντεν, άραγε, γιατί δε με καλάει

και ούτε καταδέχεται, να μου τηλεφωνάει;

 

-Κι εκείνη η μελαχρινή, η Χάρις η Καμάλα,

τον Μητσοτάκη κόντεψε να τονε πάει καβάλα!

 

-Αλλά και η γιαγιά, αν πεις, η Νάνσυ η Πελόζι,

τον Έλληνα τον έβλεπε, σα μέλι και γλυκόζη!

 

-Ορθοί χειροκροτούσανε, ποτέ σαν κάποιου άλλου,

την ώρα που τους έκανε και…πλύση εγκεφάλου!

 

-Έλεγε, οι Τούρκοι είναι κακοί και κλείστε τους την πόρτα

και μην τους ξαναδώσετε, δολάρια και όπλα!

 

-Και Μητσοτάκης άλλο πια, για μένα δεν υπάρχει

και θα τον φάω άμα τον δω, ξανά στον πλανητάρχη!

 

Αυτά και άλλα σκέφτεται, ο γείτονάς μας, φίλοι,

που μάλλον μόνος γίνεται, μες τον ντουνιά ρεζίλι.

 

Το ’παιξε ειρηνοποιός, μα ποιος τον λογαριάζει;

Κάνει στο ΝΑΤΟ σαματά κι ο μάγκας βέτο βάζει.

 

Βέτο με τέχνη περισσή, για ένα σκληρό παζάρι

κι ελπίζει απ’ την Αμερική, όπλα ξανά να πάρει.

 

Και λέει τον Μητσοτάκη πια, δε θα ξανανταμώσει,

τώρα, παιδιά, σκασίλα μας, ποτέ του μην το σώσει.

 

Αν τον ξαναμιλήσουμε, είναι λογαριασμός μας,

που μας το λέει ξεκάθαρα, πως είναι ο εχθρός μας.

 

Κυριάκο, μη σε ξαναδώ, να τον ξαναμιλήσεις,

όταν σε κάποια σύνοδο, τον ξανασυναντήσεις!

 

Διακόσια μέτρα μακριά, ούτε ματιά καμία

κι ούτε «οικογενειακή», μ’ αυτόν φωτογραφία!

 

Και μη σ’ ακούσω να μου πεις, για τα συμφέροντά μας,

αυτός σκάβει τον λάκκο μας, για εμάς και τα παιδιά μας!

 

Ούτε και με την Εμινέ, να σμίξει η Μαρέβα,

γιατί…θα είσαι εσύ ο Αδάμ και η κυρά σου Εύα!

 

Κι αν τύχει σε πιέσουνε, να τονε χαιρετίσεις,

κάνε πρώτα πως λες το ναι κι ύστερα…να τον φτύσεις!

 

Γιατί είναι για φτύσιμο, να μην πω τίποατ’ άλλο,

ο αγροίκος κι ο αμόρφωτος, που κάνει τον μεγάλο!

 

Που ’χει μόνο στον πόλεμο, το πονηρό μυαλό του

κι αφήνει να ψωμοπεινά, τον άμοιρο λαό του!

 

Τα πόδια της φτωχολογιάς, σ’ ένα παπούτσι βάζει,

αλλά σαν ξύπνιος χουβαρντάς, όπλα… τσοκ αγοράζει!

 

Από τη μούρη φαίνεται, τι κρύβει η ψυχή του,

κακία και εκδίκηση, ως και για τη φυλή του!

 

Μα, τον κρατάν οι «σύμμαχοι», τον…τζερεμέ στους κόλπους,

γιατί έχει στρατηγικώς, με σημασία τόπους!

 

Για εμάς, όμως, είναι εχθρός, το λέει και το τονίζει,

ως και η Αλεξανδρούπολη, τώρα πια τον ζαλίζει!

 

Γι’ αυτό πια, καλημέρα γιοκ και αν το μετανιώσει,

ως που να γκρεμοτσακιστεί και ο Θεός να δώσει!

 

Έτσι λοιπόν, αυτός μια γιοκ, αλλά κι εμείς διακόσες

ας πάρει για επιδόρπιο και…μούτζες άλλες τόσες!