γράφει ο 

Βύρων Β. Δημητριάδης

 

 

Ε... ναι λοιπόν. Και στο επόμενο Συνέδριο και στο μεθεπόμενο και για όσο ακόμη θα συνεχίζουν να το “παίζουν” επαγγελματίες επαναστάτες, θα συνεχίζουν να διαπιστώνουν το ενδοκομματικό “...μαζικό φαινόμενο της μη κατανόησης της εκμεταλλευτικής σχέσης... της μη κατανόησης του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος...” (Θ-12 α' κείμενο).

 

Φαινόμενο” ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο στους ενοίκους του Περισσού και σε όσους έχουν χρεωθεί με “108” το βουλευτιλίκι διότι σ' αυτούς έχει παγώσει η ικανότητα της περιέργειας -κάτι που δεν συμβαίνει με τους πρωτόλειους, αυθόρμητους λαϊκούς αγωνιστές της βάσης.

 

Διαπίστωση που θα συμβαίνει όχι μόνο γιατί το μαρξικό διακύβευμα της κατάργησης του εκμεταλλευτικού συστήματος της μισθωτής εργασσίας -που μετατρέπει την εργασιακή δύναμη σ' εμπόρευμα- το μετέφεραν στους όρους πώλησης του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης αφήνοντας, ουσιαστικά, το εκμεταλλευτικό σύστημα της μισθωτής εργασίας στο απυρόβλητο (Θ-29 γ' κείμενο).

 

Θα συνεχίζει να συμβαίνει και γιατί αντιμετωπίζουν λενινιστικά αυτή καθαυτή τη μισθωτή εργασία: “...Στην αναλυτική μελέτη που θα εκδοθεί στη συνέχεια περιλαμβάνονται... θεωρητική και στατιστική επεξεργασία, ώστε να προσδιοριστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα τμήματα της μισθωτής εργασίας που ανήκουν στην εργατική τάξη ή την προσεγγίζουν... (Θ-2 γ' κείμενο), και, “...Φυσικά, πρέπει να επισημανθεί ότι η μισθωτή απασχόληση δεν ταυτίζεται με την εργατική τάξη...” (Θ-5 γ' κείμενο).

 

Κι έτσι, στο 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ η “μισθωτή εργασία” -η μαρξικήμισθοδουλεία”- μετατράπηκε σε μια από τις μορφές απασχόλησης που έχει στατιστική και μόνο αξία.

 

Δεν είχε πρόβλημα ο Περισσός από τη μια μεριά να υποστηρίζει ότι η μιθωτή εργασία είναι η εκμεταλλευτική σχέση του καπιταλισμού (βλ: Κείμενο του Π.Γ. : “Ιδεολογικά Ζητήματα Σχετικά Με Την Καπιταλιστική Οικονομία” 2002) και, από την άλλη μεριά να πιστεύει ότι το διακύβευμα δεν είναι αυτή καθαυτή η παραγωγή υπεραξίας, που πραγματοποιείται μόνο μέσω του εκμεταλλευτικού συστήματος της μισθωτής εργασίας, αλλά, ότι το διακύβευμα είναι το πού πάει η παραγόμενη από τη μισθωτή εργασία, υπεραξία.

 

Απ' ό, τι φαίνεται, ήρθε κάποια στιγμή που αποφάσισαν να απαξιώσουν εντελώς τη “μισθωτή εργασία” και από το μοναδικό σύστημα παραγωγής υπεραξίας να τη μετατρέψουν σε στατιστικό μέγεθος, απομακρυνόμενοι, μ' αυτό τον τρόπο, από τους όρους και τις έννοιες εκείνες που επεξεργάστηκε ο Μαρξ ενώ, ταυτόχρονα, επικαλούνται τον “μαρξισμό” -και μάλιστα τη “μαρξιστική μόρφωση”.

 

Αυτοί που κοιτούν στον καθρέφτη -όπως ακριβώς ο Ντε Νίρο στον “Ταξιτζή” του Σκορτσέζε- και προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους επαναλαμβάνοντας, εν είδει αυθυποβολής, το “Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε”, αυτοί ακριβώς δεν σκέφτηκαν ότι με την επιχειρούμενη απαξίωση, εκ των πραγμάτων, ξεμένουν και από “εκμεταλλευτική σχέση”.

 

Κι έτσι, αγκαλιά μ' ένα ξεβράκωτο “εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα” θα συνεχίσουν να χορεύουν εώς το τέλος του λόγου ύπαρξής τους.

 

Χορευτική φιγούρα και η επαναλαμβανόμενη κουτσουμπιά όπου αναγνωρίζει “...τους εργαζόμενους ως την κύρια παραγωγική δύναμη...”!!!!

 

Ιδού πως “η εργατική τάξη” -και μάλιστα το “συνειδητό επαναστατικό της κομμάτι”- “...αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής...” (Μαρξ “ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ” τ.Ι σ.762) : η “παραγωγή υπεραξίας” και η “μισθωτή εργασία”, οι σχέσεις, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει καπιταλισμός, αναγνωρίζονται ως αυτονόητοι φυσικοί νόμοι.

 

Διότι, μη μου πείτε πως όταν ακούτε ότι ο “εργαζόμενος είναι η κύρια παραγωγική δύναμη”, το μυαλό σας δεν πάει στον Τσάρλι Τσάπλιν και στην καταπληκτική ταινία “Μοντέρνοι Καιροί”.

 

Στον αγαπημένο Σαρλό που έχει πιαστεί στα γρανάζια της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής με τα οποία καταλήγει να αποτελεί τόσο εύπλαστα ενιαίο σώμα ώστε, καθώς ζυμώνεται από τους ιμάντες μεταβίβασης να ενώνεται μαζί τους μέχρι που τελικά να γίνεται ένα με αυτά: βιδώνει τόσο γρήγορα τα μπουλόνια, που δεν ξέρει και δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο όταν βγαίνει από το εργοστάσιο γεγονός που αποδεικνύει ότι η “δύναμη” του δεν του ανήκει πλέον στον βαθμό ακριβώς που έχει χωριστεί από αυτήν.

 

Ασφαλώς, η εν λόγω διαμόρφωση των ικανοτήτων του, που καθιστά “παραγωγική” την εργασιακή του δύναμη στα μέτρα του καπιταλιστή, έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται μια νέα ακαμψία, η οποία τον καθηλώνει ολοκληρωτικά στη λειτουργία που του έχει ανατεθεί.

 

Πρόκειται για μια λειτουργία την οποία οφείλει να επιτελεί σύμφωνα με τους κανόνες που του έχουν “καθοριστεί”, με την ισχυρή έννοια του όρου, και τους οποίους υποχρεούται να σέβεται.

 

Μπορούμε -γράφει ο γάλλος φιλόσοφος Pierre Macherey στο πολύ δυνατό δοκίμιο “Φουκώ και Μαρξ : Το παραγωγικό υποκείμενο”- να διευρύνουμε την έννοια της Βιομηχανικής Επανάστασης που συντελέστηκε ταυτόχρονα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού: η Βιομηχανική Επανάσταση βασίστηκε στην επινόηση όχι μόνο των περίπλοκων μηχανών αλλά και της “παραγωγικής δύναμης” που απαιτείται για να τεθούν σε λειτουργία αυτές οι μηχανές, δηλαδή της “εργασιακής δύναμης”, ως αποτελέσματος μιας τεχνητής δημιουργίας που συνδέεται -όπως εξηγεί ο Φουκώ μετά τον Μαρξ- με την εδραίωση ειδικών διαδικασιών εξουσίας.

 

Το σύστημα των μηχανών είναι ένα περίπλοκο καθεστώς παραγωγής που περιλαμβάνει, πλάι σε έναν υλικό εξοπλισμό, τους περισσότερο ή λιγότερο ειδικευμένους ή αποειδικευμένους συντελεστές οι οποίοι το θέτουν σε λειτουργία και συγχρόνως ενσωματώνονται σε αυτό και φορείς μιας εργασιακής δύναμης που προορίζεται να καταναλωθεί παραγωγικά.

 

Στο πεδίο ακριβώς όπου ξεδιπλώνεται συγκεκριμένα η εργασιακή διαδικασία -συνεχίζει ο γάλλος φιλόσοφος- εγκαθιδρύεται μέσω των ίδιων των μορφών υπό τις οποίες οργανώνεται, δηλαδή διευθύνεται, η εργασία, ένα σύστημα εξουσίας και καθυπόταξης που συμφιλιώνει ως εκ θαύματος τις αντιτιθέμενες αξίες της αναγκαιότητας και της ελευθερίας.

 

Σύμφωνα με την ορολογία του Φουκώ μια κοινωνία κανόνων, η οποία προϋποθέτει έναν πλήρη επανορισμό της ίδιας της έννοιας της εξουσίας που δεν παίρνει τη μορφή μιας δεσπόζουσας εξουσίας.

 

Αυτή η διάσταση ορίζει το εγχείρημα κανονικοποίησης στο οποίο συνίσταται η οργάνωση της εργασίας που βελτιώνει την παραγωγικότητα της εργασίας προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή σχετικής υπεραξίας, προσχωρεί στη ζώσα πραγματικότητα στην “εργασιακή δύναμη” ως “παραγωγική δύναμη”, στην οποία επιχειρεί να επιβληθεί, και την οποία καταφέρνει να διαπεράσει ενδόμυχα, να την κατακτήσει στο ίδιο της το είναι.

 

Από αυτή την άποψη, έχει τον χαρακτήρα μιας πραγματικής αναδημιουργίας που αντιστοιχεί σε μετάβαση σε μια δεύτερη φύση.

 

Σ' αυτή την κατάσταση μιλούν για “κοινωνική συμμαχία” ντοπάροντας το ποίμνιο με “σοσιαλφασισμό” (Θ-38 β' κείμενο).

 

Μιλούν για “ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος” εκτιμώντας ότι “...Βαθαίνει το πλαίσιο κρατικού ελέγχου των συνδικάτων... μέσω του ΟΑΕΔ το κράτος ελέγχει την οικονομική κατάσταση των συνδικάτων... Η έλλειψη οικονομικής αυτοδυναμίας και η μη στήριξη των συνδικάτων στην απευθείας οικονομική συνδρομή των μελών τους...” (Θ-24 γ' κείμενο).

 

Μισή αλήθεια”;! Διότι, για να συμβεί αυτό που περιγράφουν έπρεπε πρώτα να τροποποιήσουν το καταστατικό της ΓΣΕΕ έτσι ώστε η παρακράτηση της συνδικαλιστικής εισφοράς όλων των εργαζομένων -συνδικαλισμένων και μη- να γίνεται από τον εργοδότη μέσω της μισθοδοσίας, το σύνολο της οποίας παρακράτησης θα περνούσε στο Κράτος και από το κράτος στις Δευτεροβάθμιες και Τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

 

Αυτή η τροποποίηση του καταστατικού της ΓΣΕΕ έγινε τον Δεκέμβρη του 1990 με την υπερθετική ψήφο του ΚΚΕ, ενώ είχε προηγηθεί το πέταγμα των συνταξιούχων έξω από Εργατικά Κέντρα και ΓΣΕΕ με τη μέθοδο της “συμβουλευτικής ψήφου”, και πάλι με την υπερθετική ψήφο του Περισσού.

 

Ασφαλώς κι έχουμε να κάνουμε με τη βουλησιαρχία, και μάλιστα την άκρως ιδεοληπτική, που μοιάζει με την Ποιμαντική -γι' αυτό και ο Περισσός φέρνει περισσότερο σε Ιερατείο.