

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Παιδιά, εμείς στην Άγκυρα, πήγαμε μία τσάρκα,
είδαμε το παλάτι τους, τα όμορφα τα πάρκα.
Και μας υποδεχτήκανε, με το «παρουσιάστε»
κι ο Ερντογάν μάς πρότεινε, ω φίλοι μου, περάστε.
Κι όταν στρογγυλοκάτσαμε κι άρχισε η κουβέντα,
μισογραμμένη ήτανε, στα θέματα η ατζέντα.
Όλα τα συζητήσαμε, αλλά χαμηλοφώνως,
φοβόμασταν πως ξαφνικά, μην ανεβεί ο τόνος.
Όλη η κουβέντα ήτανε, πολλές διαφωνίες,
μα οι υπουργοί μας κάνανε, «σπουδαίες» συμφωνίες.
Με πρώτη και καλύτερη, αυτή του εμπορίου,
να πάμε για τα δέκα δις, με θέλημα Κυρίου.
Υπέγραψε φαρδιά πλατιά και η κυρά Μενδώνη,
γι’ ανταλλαγή πολιτισμών και τώρα καμαρώνει.
Και η συζήτηση άναψε, με χίλιες χαιρετούρες,
αλλά το νου μας είχαμε, μην μπούμε σε σκοτούρες.
Κι αν μίλησε ο Ερντογάν και είπε για τη Θράκη,
πολύ τον στενοχώρησε, τον φίλο Μητσοτάκη.
Τούρκους τους μειονοτικούς, ξανά τους ονομάζει
και τον Κυριάκο μας αυτό και πάλι τον πειράζει.
-Φίλε Ρετζέπ, για άκουσε, αυτοί είναι μουσουλμάνοι
κι αν θέλεις κάτσε διάβασε, τι λέει η Λωζάνη!
-Και κοίταξε, αναίρεσε, το έρμο casus belli,
αν θέλεις για να είμαστε, γείτονες γάλα μέλι!
Κι ο Ερντογάν δίνει αυτί, μα δεν του απαντάει,
στο τέλος σα να συμφωνεί, μόνο χειροκροτάει.
Κι όλα τα ξεπεράσανε, δίχως πολλές εντάσεις,
σα να ’τανε σχολόπαιδα που δίναν εξετάσεις.
Θα έχουμε, λέει, ανοιχτά, γραμμές μα και διαύλους
και μπόλικο θα δίνουμε, παρά για τους πυραύλους.
Κι όλα τ’ ανακατώσανε και Γάζα και Συρία,
αλλά τα πέρασαν ξυστά κι αυτή την Ουκρανία.
Αλήθεια είχ’ η ατζέντα τους, πάρα πολλά γραμμένα,
αλλά ήταν τα γράμματα, μάλλον, ξεθωριασμένα.
Κι ο Μητσοτάκης μίλησε, να πάμε και στη Χάγη,
αν θέλεις, κύριε γείτονα, να σπάσουνε οι πάγοι.
Μα ο Ρετζέπ μια τσιμουδιά, στο θέμα αυτό δε βγάζει
και τον Κυριάκο μοναχά, γλυκά τονε κοιτάζει.
Τι να σκεφτόταν, άραγε, εκείνη εκεί την ώρα;
-Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, Κυριάκο μου προχώρα!
Και όλα τα αρχίσανε, τίποτε δεν τελειώσαν,
μόνο συγχαρητήρια, ένας στον άλλον δώσαν.
Και ύστερα χαρούμενοι, καθίσαν στο τραπέζι,
με ένα πιάνο ελαφρά, για κέφι τους να παίζει.
Κι επάνω τι δεν είχανε, εδέσματα οι σοφράδες,
λαχταριστά λογιών-λογιών, για τους καλοφαγάδες.
Είχε αγκινάρες, τσι κιοφτέ, φρεσκότατες γλιστρίδες,
για να γλιστρήσει η γλώσσα τους, να πουν για τις πατρίδες.
Τα μοσχαρίσια τα ψητά, τα αρνίσια παϊδάκια,
καλά πάει η συνάντηση, χτυπάτε παλαμάκια.
Τσίπουρο ούτε μυρωδιά, κρασί ούτε σταγόνα,
να μη σαλέψει το μυαλό και έχουμε αγώνα.
Στο τέλος, τον πρωθυπουργό, τονε κεράσαν τσάι
και τον ξεπροβοδίσανε και στην ευχή ας πάει.
Κι όλα καλά και άγια και όλα ευλογημένα,
μα όλα τα προβλήματα, ως ήτανε γραμμένα.
Δεν πέσανε υπογραφές, ούτε σφραγίδας βούλα
κι αυτό το πράγμα έμοιαζε, για σχολική εκδρομούλα.