Η νοσταλγία για την πατρίδα και η βαθιά αγάπη για τον τόπο καταγωγής αποτυπώνονται με τον πιο τρυφερό τρόπο στο κείμενο της Sofia Konstantinidis. Ζώντας πλέον μόνιμα στον Καναδά, η ίδια νιώθει την ανάγκη να υμνήσει το χωριό της, το Κοκκινόχωμα Καβάλας. Μέσα από τα λόγια της, υπενθυμίζει σε όσους ζουν εκεί καθημερινά, την ανεκτίμητη αξία του τόπου τους.

 

Η ανάρτησή της κοινοποιήθηκε στη διαδικτυακή ομάδα του χωριού, αποσπώντας τα θερμά σχόλια των μελών για το πηγαίο συναίσθημα που αναβλύζει από κάθε λέξη. Μέσα από ένα κείμενο που θυμίζει ποίημα, περιγράφει το Κοκκινόχωμα ως μια «μηχανή του χρόνου» που την επιστρέφει στην παιδική της αθωότητα. Αναπολεί τις μυρωδιές, τις καλημέρες των γειτόνων, την ευλογία του Αγίου Δημητρίου και κλείνει με μια συγκινητική παράκληση: να της το φυλάνε μέχρι να επιστρέψει.

 

Αναλυτικά το υπέροχο κείμενό της:

Ο τόπος της καταγωγής μου Είναι ένας παράδεισος. Ίσως να μην το βλέπουν έτσι Ολοι όσοι ζουν εκεί. Γιατί το έχουν κάθε μέρα Και το προσέχουν το φροντίζουν και το διατηρούν, ίσως το βαριούνται καμιά φορά.. φυσιολογικό είναι. Δεν παύει να είναι ο δικός μου παράδεισος. Εκεί που ηρεμεί η ψυχή μου. Εκεί που ο χρόνος σταματάει. Εκεί που μπαίνω μέσα σε μια μηχανή του χρόνου Και με γυρνάει στα παιδικά μου χρόνια. Εκείνα τα μαγικά χρόνια.. βουτηγμένα στην ανεμελιά και στην αθωότητα. Τι και αν έχουν περάσει και αν έχουν φύγει λατρεμένα μου πρόσωπα.. Εκεί εξακολουθούν να υπάρχουν

 

Γύρω μου τριγυρνούν Και νιώθω την αγάπη τους ακόμα. Ο τόπος αυτός, Ξεχειλίζει από ζεστασιά. Ένας τόπος που ο Θεός έχτισε τριγύρω του τα πιο καταπράσινα βουνά να το αγκαλιάζουν σφιχτά. Τόσο σφιχτά που ούτε η φωτιά δεν τολμά να το πλησιάσει..

 

Σ’ αυτόν τον τόπο θα γυρνάω πάντα Εκεί που με ξέρουν και τους ξέρω.. μια ζωή Εκεί που θα υπάρχει οικογένεια και φιλία αιώνια! Είναι οι άνθρωποί μου. Είναι ο τόπος μου. Εκεί που της εκκλησίας μας η καμπάνα με ξυπνά με την ευλογία του Αγίου μας Δημητρίου. Εκεί που τα άστρα σαν φάροι ελπίδας κάθε νύχτα μου ψελλίζουν «όνειρα γλυκά» Και ξυπνώντας, να ακούω απ' τα παράθυρα της γειτονιάς, τις φωνές των ανθρώπων μου..

 

Με μια καλημέρα τους όλες οι μέρες φτιάχνονται. Να με δελεάζουν οι υπέροχες μυρωδιές απ’ τα μαγειρεμένα πιάτα τους και να πλανώνται αυτά στον αέρα τριγύρω.. Ένας τόπος που πέρα από τα βουνά του Υπάρχει η θάλασσα..

 

Κάτασπρες αμμουδιές τριγυρίζουν τα κρυστάλλινα δροσερά νερά της.. ατελείωτες παραλίες που περιμένουν βουτιές να δουν και την αλμύρα τους να μοιραστούν..

 

Και σαν γυρίσω σπίτι, πριν ανοίξω την πόρτα και μπω.. Να πιάσω στα χέρια μου τρυφερά τα φύλλα του βασιλικού στη γλάστρα Έτσι.. να μοσχοβολήσουν τα δάχτυλά μου για λίγο.. Αχ αυτό το λίγο! Μόνο ο χρόνος το γνωρίζει. Και μου το θυμίζει σιωπηλά..

 

Στην αυλή η μανταρινιά ετοιμάζεται σιγά σιγά να βγάλει τον καρπό της. Αλλά εγώ θα έχω φύγει. Δεν θα είμαι εδώ.. και θα λαχταρώ. Να επιστρέψω και πάλι Στον τόπο μου. Στον παράδεισό μου. Να μου τον φυλάτε μέχρι τότε.