γράφει ο

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Η πολιτική αιχμή της κινητοποίησης για τα Τέμπη είναι ότι φέρνει στο φως με πολύ άμεσο, απτό, βιωματικό τρόπο, το πώς οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού είναι πολιτικές θανάτου...”, τονίζει ο αν. Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Αλέξανδρος Κιουπκιόλης στη συνέντευξη στην “ΕΠΟΧΗ” 8/2 -συνέντευξη που λες και ήρθε να επιβεβαιώσει τη θέση που ανέπτυξα σχολιάζοντας τη δήλωση του Πρωθυπουργού στο υπ. Συμβούλιο “...έχουμε χρέος να υπερασπιστούμε το κεκτημένο της πολιτικής σταθερότητας...” ότι επί της ουσίας “...υπερασπίζονται τη θανατοπολιτική...” -δες “θασιακή” 11/2- .

 

Η αλήθεια είναι ότι όποιος ασκεί κριτική στη διακυβένρηση της χώρας από τον κ. Μητσοτάκη (!) αναγνωρίζει σ' αυτή όλα εκείνα τα στοιχεία και τις πολιτικές που συνθέτουν και ορίζουν τον νεοφιλελευθερισμό τον οποίο προσδιόρισε Ιστορικά και ανέλυσε ο γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ -ιδιαίτερα αναγνωρίζει την υποβάθμιση του πολίτη σε homo oeconomicus, σε άνθρωπο, δηλαδή, που χρησιμοποιεί τον εαυτό του είτε ως εμπόρευμα είτε ως το κεφάλαιό του.

 

“...Ο εκφυλισμός των υποδομών του δημοσίου (συνεχίζει ο Α.Κ.), οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών, -εδώ του σιδηροδρόμου- το κράτος της επιχειρηματικής διαπλοκής και της κοινωνικής ανευθυνότητας είναι κλασικές πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού παγκόσμια. Είναι θανατοπολιτικές...”!!!

 

Η συνέντευξη σχεδόν αμέσως αλλάζει σε συζήτηση μεταξύ του κ. Καθηγητού και των δημοσιογράφων Ιωάννα Δρόσσου και Παύλου Κλανδιανού για την πολιτική κινητοποίηση, τις θανατοπολιτικές, το πένθος, το ανοικτό παράθυρο για την επινόηση νέων πολιτικών σχημάτων.

 

Για τον προβληματισμό εάν πρόκειται για μια πολιτική κινητοποίηση ο κ. Καθηγητής θεωρεί ότι “...Οι διαμαρτυρίες για τα Τέμπη, ιδίως οι πιο πρόσφατες, ενσαρκώνουν μια “πολιτική της συν-κίνησης”.

 

Εμφορούνται από συναισθηματική ένταση, το πένθος των ανθρώπων που έχασαν τους δικούς τους και άλλων που συμπάσχουμε. Και αυτό το συναίσθημα της απώλειας και της οργής δημιουργεί συλλογική κίνηση. Φέρνει κόσμο μαζί, στους δρόμους, με την υποκίνηση μιας συγκινησιακής δύναμης που έχει διάφορες εκφάνσεις: το πένθος και την οργή για τον μη καταλογισμό πολιτικών και ποινικών ευθυνών για το έγκλημα.

 

Αλλά πλέον και στοιχεία ελπίδας και αμοιβαίας ενδυνάμωσης. Ζήσαμε... μία από τις μεγαλύτερες σε μαζικότητα και ένταση κινητοποιήσεις από το 2015. Αναβιώνει η ελπίδα ότι η κοινωνία δεν έχει ισοπεδωθεί σε ό, τι αφορά την ετοιμότητά της να κινητοποιηθεί, ότι δεν έχουμε λοβοτομηθεί...”.

 

Και πιο κάτω: “...Με την “πολιτική της συν-κίνησης”, τα άτομα αλληλοϋποστηρίζονται δημόσια σε συνθήκες απώλειας, βαθιάς θλίψης και απελπισίας. Αλληλοενδυναμώνονται, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους. Διεκδικούν μαζί ζωή και ελπίδα. Οξυγόνο και δικαιοσύνη...”.

 

Εύκολα διακρίνει κανείς πως η “πολιτική της συν-κίνησης” καθόλου δεν είναι η κοινότυπη “πολιτική κινητοποίηση” και ότι πρόκειται για ριζοσπαστική εκδήλωση μιας συλλογικότητας που εμφανίστηκε τελευταία με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, το λιντσάρισμα -και από ειδικούς φρουρούς- του Ζακ Κωστόπουλου, τον δολοφονικό ξυλοδαρμό μέσα στο αστυνομικό τμήμα του Βόλου του Βασίλη Μάγγου, τη δολοφονία νεαρών Ρομά, τη μαζική δολοφονία των 700 μεταναστών στην Πύλο και αυτή των Τεμπών.

 

Επιβλήθηκε επιβάλλοντας ακόμη και την επανεκκίνηση-επανεπιβεβαίωση των όρων “πολίτης” και “πολιτική” ως των εννοιών που πρώτος ανέπτυξε ο Αριστοτέλης: πολίτης και πολιτική δεν μπορούν να υπάρξουν κενές από το ανθρώπινο στοιχείο: το αίσθημα, το συναίσθημα και την ενσυναίσθηση.

 

Υπό αυτή την έννοια, η “πολιτική της συν-κίνησης” είναι σε θέση να “...διαμορφώσει ένα αντικυβερνητικό αίτημα;...”.

 

Η απάντηση: “...Αυτό είναι το διακύβευμα...” μας τοποθετεί καταμεσού σ' ένα εχθρικό έδαφος: “...Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι θα γίνει γιατί πρόκειται για ένα πεδίο πολιτικού αγώνα και σύγκρουσης...”.

 

Πιο συγκεκριμένα: “...Σίγουρα η κυβέρνηση επιδίδεται σε μια προσπάθεια ενσωμάτωσης της διαμαρτυρίας με στόχο να της αφαιρέσει την πολιτική της δυναμική -περίπου αυτό που ο Γκράμσι ονόμαζε “παθητική επανάσταση”.

 

Είναι σαφώς πολιτική η κινητοποίηση, και η άρνηση του πολιτικού της χαρακτήρα είναι επιτελεστική, δηλαδή δεν διαπιστώνει, αλλά δρα με σκοπό να απογυμνώσει τη δια-μαρτυρία από το πολιτικό της περιεχόμενο για να την θέσει υπό έλεγχο.

 

Οι “πολιτικές της συν-κίνησης” έχουν καταφέρει νίκες, όπως είδαμε μετά τη δολοφονία του Φύσσα, αλλά και πρόσφατα με τη δικαστική απόφαση για τον Βασίλη Μάγγο, όπως και μετά τη δολοφονία του Ζακ, όταν η συλλογική δράση έδωσε ορατότητα στην φονική έμφυλη βία.

 

Η πολιτική αιχμή της κινητοποίησης για τα Τέμπη είναι ότι φέρνει στο φως με πολύ άμεσο, απτό, βιωματικό τρόπο, το πώς οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού είναι πολιτικές θανάτου...”.

 

Ορίστε. Επανήλθαμε εκεί απ' όπου είχαμε ξεκινήσει με τη διαφορά ότι τώρα γνωρίζουμε τι είναι οι “νεοφιλελεύθερες πολιτικές θανάτου”, τι είναι οι “πολιτικές της συν-κίνησης” όπως και ποιο είναι ακριβώς το διακύβευμα: η ενεργητική “αντικυβερνητική στροφή”.

 

Στο σημείο αυτό, μπήκε το ζήτημα του αν και κατά πόσο η “πολιτική της συν-κίνησης” έχει συνειδητοποιήσει ότι η αιτία όλων των θανατοπολιτικών της κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη(!) οφείλονται στον νεοφιλελευθερισμό που υπηρετεί πιστά ή αν χρειάζεται η μεσολάβηση των “κομμάτων της Αριστεράς”.

 

Στην ερώτηση: “Ποιος είναι ο ρόλος των κομμάτων της Αριστεράς...” ο κ. Καθηγητής θεωρεί ότι πρέπει “...Να δείξουν ότι δεν πρόκειται για μια “άτυχη στιγμή” αλλά ότι ο θάνατος απορρέει συστημικά από όλο το πλέγμα των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού...”.

 

Γνωρίζοντας τον Α. Κιουπκιόλη και την σκέψη του όχι μόνο από τα άρθρα του αλλά και από τα βιβλία του: “Η ελευθερία των κοινών” και “Το πολιτικό” έχω διαμορφώσει τη γνώμη ότι τον νεοφιλελευθερισμό τον αντιμετωπίζει όπως πραγματικά είναι: ως το ύστατο όπλο-εργαλείο που χρησιμοποιεί ο φιλελευθερισμός προκειμένου να συγκρατήσει κάπως την κατάρρευσή του. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια όπως αυτή του πνιγμένου που πιάνεται από τα μαλλιά του -γεγονός που τον καθιστά άκρως επικίνδυνο.

 

Ο κ. Καθηγητής γνωρίζει πολύ καλά ότι τα “κόμματα της Αριστεράς” δεν αντιλαμβάνονται κατ' αυτή την έννοια την κατάσταση και συνεχίζει ως εξής:

 

“...Η συγκυρία δεν πρέπει να αξιοποιηθεί με στενά κομματικούς ή αντιπολιτευτικούς όρους με στόχο μια κυβερνητική αλλαγή άμεσα. Αλλά χρειάζονται μεγάλη προσοχή στο πώς θα γίνει. Γιατί είναι πιθανόν να οδηγήσει στην αποδυνάμωση της βαθύτερης πολιτικοποίησης που θα μπορούσε να αναπτυχθεί.

 

Και θα μείνουμε ξανά σε κόμματα που διεκδικούν την εξουσία και μετά τη χάνουν, αφού απορρόφησαν στο μεταξύ την πλατύτερη δυναμική της κοινωνικής κίνησης. Αυτό έγινε με το κίνημα των Πλατειών...”.

 

Μετά απ' όλη αυτή την ταλαιπωρία που σας επέβαλα θα σας εκμυστηρευτώ και την αμαρτία μου -εδώ που τα λέμε εντελώς μεταξύ μας: θεωρώ, ανεπιφύλακτα, ότι τόσο την “...απορρόφηση της πλατύτερης δυναμικής της κοινωνικής κίνησης...” από τα κόμματα της Αριστεράς, όσο και την κυβερνητική (ΝΔ) προσπάθεια “...ενσωμάτωσης της διαμαρτυρίας με στόχο να της αφαιρέσει την πολιτική της δυναμική...”, εξίσου απόλυτα εχθρικές προς το κίνημα της γκραμσιανής “παθητικής επανάστασης” και της “πολιτικής της συν-κίνησης” του Αλέξανδρου.

 

Και πείτε μου τώρα εσείς πως δεν είναι όμοιες και πως διαφέρουν... και πείτε ότι είμαι “λαϊκιστής”, ή “αριστεριστής” ή και “17Νοέμβρη”.