

γράφει ο
Βασίλης Βελιάνος (Vas-Vel)
Μόλις ο Θεός πριν καμιά εκατοστή αιώνες, μοίρασε ακριβοδίκαια τα οικόπεδα της γης στους λαούς του, αποσύρθηκε να ξεκουραστεί.
Μια φασαρία μια οχλοβοή κι ένας μικρός χαμός όμως αναστάτωσε το σύμπαν από ένα κατάφορτο, με Ελληνάρες παντός καιρού, σύννεφο.
Ο Θεός, καβάλησε το δικό του… drown συννεφάκι, αντικρίζοντας καμιά πενηνταριά διαδηλωτές.
Μα να ήταν ενωμένοι κι αυτοί, πάει στα κομμάτια. Διασπασμένοι και μεταξύ τους ήταν πανάθεμά τους! Σε αγανακτισμένους, σε ΜΚΟ, σε συλλογικότητες, σε κάτι μεμονωμένους και ανεξάρτητους και πάει λέγοντας!
Κι όποιον δεν γούσταραν τον έσπρωχνα στην γωνιά του σύννεφου και τον πετούσαν κάτω. Απειλώντας ενωμένοι τώρα με: στειλιάρια, με πέτρες ακόμα και με δάδες (σαν προσκοπίνες βόμβες μολότοφ) τον παράδεισο.
-Εσείς ποιοι είστε πάλι; - ρώτησε ο αθέατος Θεός πίσω από το συννεφάκι του.
-Οι «ριγμένοι» Έλληνες είμαστε Θεέ κι ήρθαμε να κατακτήσουμε με αγώνες τα δικαιώματά μας. Σε όλους έδωσες από ένα κομμάτι γης, αλλά εμάς μας έχεις γραμμένους, με το συμπάθιο.
-Στην περίπτωσή σας είχα κέφια και μερολήπτησα πολύ. Δίνοντάς σας περισσή σοφία. Για να κατακτήσετε ολόκληρη την υπόλοιπη γη. Όλη τη γη σας χαρίζω λοιπόν και φύγετε πριν να το μετανιώσω. -τους επιτίμησε.
Οι Έλληνες δεν «μάσησαν», αμφισβητώντας ακόμα και τη θεϊκή δικαιοσύνη διεκδικώντας άλλοτε με την κλάψα κι άλλοτε με την φοβέρα το οικόπεδό τους:
-Άκου για να μαθαίνεις Θεέ. Ο Έλληνας, δεν αισθάνεται καμιά ασφάλεια, αν δεν βάλει το κεφάλι του, κάτω από ένα κεραμίδι. Χτίζοντας το σπίτι του, στο οικόπεδό του. Αν δεν μας δώσεις οικόπεδο, θα διαλέξουμε την καλύτερη γη και θα τη γεμίσουμε με αυθαίρετα, να μάθεις εσύ…
Ο Θεός το σκέφτηκε από εδώ, το ζύγιασε από εκεί και στο τέλος τους ανακοίνωσε την… τιμωρία του:
-Είχα κρατήσει μια ευλογημένη γωνιά κάτω στη γη, για να κάνω τις διακοπές μου. Σας την χαρίζω λοιπόν. Μα Θεού πρόσωπο δεν θα δείτε. Όχι επειδή εγώ δεν θα το θέλω. Μα επειδή εσείς θα κρίνετε -και είμαι βέβαιος γι αυτό - πως δεν θα με χρειάζεστε… Σας έχω ικανούς, ακόμα και να ξεπουλήσετε το δικό μου το ησυχαστήριο.
-Και… κατά πού βόσκει αυτός ο τόπος; -κράτησαν μόνο τα καλά και συμφέροντα οι Έλληνες.
-Η Ελλάδα είναι. Η Ελλάδα. -και τους την έδειξε από ψηλά με μαράζι ο Θεός.
Οι Έλληνες στραβομουτσούνιασαν και ξανάπιασαν την μίρλα:
-Βρε… αθεόφοβε Θεέ, ότι πέτρα και θάλασσα σου περίσσεψε, κατά εκεί την ξεφορτώθηκες; Πώς να ζήσουμε εμείς κυκλωμένοι από την πέτρα και το αλμυρό νερό; Μας αδικείς πάνσοφε και το ξέρεις!
-Βάλτε στην πέτρα την τέχνη σας και στο νερό την μαστοριά και τα μπράτσα σας και θα δείτε πως είναι ένας ευλογημένος τόπος. -τους είπε σιβυλλικά ο Θεός, γυρνώντας να φύγει.
-Θέλουμε κι ένα ακόμα ρουσφέτι. -γκρίνιαξαν πάλι οι Έλληνες περνώντας ντούκου, όλα τα υπόλοιπα.
-Σαν τι ρουσφέτι;
-Να ...διώξεις τους Εβραίους από περιούσιο λαό σου και να προσλάβεις εμάς στη θέση τους. Για να φτιάξουμε και εμείς τις περιουσίες μας.
Ο Θεός πήγε να τσατισθεί αλλά κάποιος Έλληνας ονόματι Σπιούνος, ζήτησε να τον δει κατ’ ιδίαν. Και τον είδε.
-Εσύ ποιος είσαι και τι θες;
-Ο από.. μηχανής Θεός σου είμαι Θεέ. Ο Σπιούνος… υπηρεσίας. Ήμουν σύμβουλος και του προηγούμενου καθεστώτος των Νεφελίμ πριν έρθεις εσύ και τώρα έγινα δηλωσίας μαζί σου. Έχω να προτείνω κάτι.
-Ναι ε;
-Οι Νεφελίμ είχαν μια θεά. Διχόνοια την έλεγαν. Δώστην κι αυτήν στους Έλληνες και δεν θα σε ενοχλήσουν ποτέ ξανά. Δίχασέ τους κι άσε εμένα να τους ενώσω μετά. Με το… αζημίωτο βέβαια.
-Και… θα πάψουν να γκρινιάζουν;
-Δώστους και μια άλλη θεά εσύ την….Αχαριστία. Και θα τους έρθει μία η άλλη. Μη ξεχάσεις μόνο και το δικό μου… αζημίωτο.
Ο Θεός το σκέφτηκε για μερικά λεπτά. Πήρε το αυστηρό του και μάλωσε όλους τους άλλους Έλληνες.
-Ο τόπος που σας έδωσα, είναι από μόνος του ανεκτίμητη περιουσία. Ακόμα και κάτω από τη θάλασσα έκρυψα μερικούς θησαυρούς! Που θα κινούν τα καράβια σας χωρίς κωπηλάτες. Σε εσάς μένει η αξιοποίηση. Και το ειρηνικό αυγάτισμα. Αλλά αν δεν τηρήσετε τις εντολές μου, τόπο θα έχετε μεν, άλλοι θα τον χαίρονται δε...
-Δώσε μας τουλάχιστον φτερά αγγέλου, για να... ταξιδεύουμε και στον αέρα. -τον χαβά τους στις ζητιανιές τους οι πρόγονοι.
-Δεν χρειάζεστε μήτε τα φτερά. Έχετε τη θάλασσα που ενώνει όλον τον κόσμο. Βάλτε το μυαλό που σας έδωσα για όλα τα υπόλοιπα. Και θα βρείτε τον τρόπο να την δρασκελίσετε κι αυτήν.
Μην τεμπελιάζετε μόνο. Γιατί προς τον τόπο σας θα ταξιδεύουν, όλες οι υπόλοιπες φυλές. Φροντίστε μόνο να κατακτήσετε αυτές τις φυλές. Πριν να σας κατακτήσουν... Αυτός είναι ο θεϊκός μου νόμος. Μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του: «Άει στον… Έλληνα!» πριν αποσυρθεί.
Οι Έλληνες σκάρωσαν στα πεταχτά μια συνέλευση που… κράτησε επτά μερόνυχτα, αποφάσισαν πως δεν μπορούσαν να τα βάλουν στα ίσα με το Θεό προς το παρόν, έσκυψαν ηττημένοι τα κεφάλια από τις διαπραγματεύσεις και πήραν των ομματιών τους για την Ελλάδα.
Με κάποιους να συνθηματολογούν. Εναντίον του θεϊκού νόμου: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» ξελαρυγγιάστηκαν κουτρουβαλώντας μερικοί.
Από την κάθοδο προς την γη ακόμα, ξεκίνησε η γκρίνια και η φαγούρα. Ενώθηκαν και με τους υπόλοιπους της ράτσας που αεροβατούσαν στον ουρανό, για να διαιρεθούν σύντομα σε χίλια κομμάτια. Εγκαταστάθηκαν κακιωμένοι στις διάφορες γωνιές της Ελλάδας. Ξένοι, παντάξενοι μεταξύ τους. Σε πόλεις κράτη.
Συνεχίζεται…