

Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης βρίσκεται το λεκανοπέδιο των Τεναγών Φιλίππων, καθώς περισσότερα από 30.000 στρέμματα γης παραμένουν βυθισμένα κάτω από το νερό, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις πρόσφατες μετρήσεις του ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus.
Στην περιοχή αυτή, όπου συγκεντρώνονται τα ύδατα από τις πηγές των γύρω οροπεδίων, ο κίνδυνος για τον μοναδικό τυρφώδη τόπο είναι πλέον ορατός. Τοπικοί αγροτικοί σύλλογοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας για την πιθανότητα οριστικής υποβάθμισης του τυρφώνα, δεδομένου ότι τεράστιες εκτάσεις προβλέπεται να μείνουν ακαλλιέργητες.
Το μέγεθος του προβλήματος αναδεικνύεται μέσα από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων του αγροτικού κόσμου.
Ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Παγγαίου, Γρηγόρης Γρουζίδης, εξήγησε ότι η φετινή βιβλική καταστροφή οφείλεται στην απουσία νέων έργων υποδομής εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Όπως επεσήμανε, η κατάσταση αυτή αποτρέπει εκατοντάδες παραγωγούς από το να προχωρήσουν στις εαρινές σπορές, ενώ ταυτόχρονα έχει εκμηδενίσει το ενδιαφέρον για τη μίσθωση αγροτεμαχίων.
Αναφερόμενος στις βασικές καλλιέργειες της περιοχής, που είναι το καλαμπόκι, ο ηλίανθος και η σόγια και οι οποίες πρέπει να σπαρθούν ως τα μέσα Μαΐου, τόνισε την επιτακτική ανάγκη για άμεσο καθαρισμό της κεντρικής τάφρου σε όλο της το μήκος, καθώς και των κάθετων καναλιών, παράλληλα με τη δημιουργία μικρών φραγμάτων ανάσχεσης. Συμπλήρωσε, μάλιστα, πως ορισμένα από τα ήδη υπάρχοντα φράγματα έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας εξαιτίας κλοπής των ηλεκτρονικών τους μηχανισμών, προτείνοντας ως επιτακτική λύση την ίδρυση ενός ενιαίου φορέα διαχείρισης υδάτων. Επιπλέον, μετέφερε το αίτημα των αγροτών για την καταβολή αποζημιώσεων, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες εισόδημα για όσους δεν καταφέρουν να σπείρουν και να μπορέσουν να συνεχίσουν την καλλιεργητική τους δραστηριότητα του χρόνου, διευκρινίζοντας ότι τα απαραίτητα τεχνικά έργα δεν μπορούν να εκτελεστούν αυτή τη στιγμή λόγω του τεράστιου όγκου των υδάτων.
Οι τοπικοί φορείς, σύμφωνα με τον ίδιο, αντιμετωπίζουν το ζήτημα ως εξαιρετικά πολύπλοκο, χρονοβόρο και υψηλού κόστους.
Από την πλευρά του, ο γεωπόνος και γραμματέας του ΓΕΩΤΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας, Γρηγόρης Τιμοσίδης, αναφέρθηκε στο ιστορικό του κάμπου, υπενθυμίζοντας ότι τα Τενάγη προέκυψαν από την αποξήρανση έλους το 1928, καλύπτοντας 100.000 στρέμματα στους νομούς Καβάλας, Δράμας και Σερρών. Περιέγραψε την περιοχή ως έναν εξαιρετικά παραγωγικό κάμπο, ο οποίος δεν απαιτεί εντατική λίπανση ή άρδευση χάρη στο φυσικό φαινόμενο της υπάρδευσης.
Ωστόσο, παρατήρησε ότι τα τελευταία 25 χρόνια τα πλημμυρικά φαινόμενα είναι συχνά, με τη φετινή χρονιά να χαρακτηρίζεται ως ανυπέρβλητη, αφού η στάθμη του νερού σε αρκετά σημεία φτάνει το 1 έως 1,5 μέτρο. Πρόσθεσε ότι η πλάγια διήθηση των υδάτων καθιστά αδύνατη την πρόσβαση και την καλλιέργεια σε επιπλέον 5.000 στρέμματα.
Ο κ. Τιμοσίδης υπογράμμισε ότι με τους σημερινούς ρυθμούς απομάκρυνσης των νερών, τουλάχιστον 15.000 στρέμματα θα μείνουν εκτός παραγωγικής διαδικασίας, εγείροντας σοβαρό ζήτημα βιωσιμότητας για τους αγρότες και για ολόκληρη την περιοχή που στηρίζεται οικονομικά σε αυτούς. Σημείωσε ότι το αρχικό αποστραγγιστικό έργο, έχοντας συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής, έχει πλέον ξεπεράσει τα όριά του. Ξεκαθάρισε ότι απαιτείται ένα νέο, πολυδάπανο αποστραγγιστικό έργο, αλλά μέχρι τότε είναι αναγκαίες άμεσες παρεμβάσεις στην κεντρική τάφρο και αποζημιώσεις, προκειμένου να διασωθούν περίπου 35.000 στρέμματα, τα οποία κινδυνεύουν είτε με ολοκληρωτική καταστροφή είτε με μείωση των αποδόσεων έως και 50%. Καυτηρίασε, επίσης, το γεγονός ότι ζητείται από τους παραγωγούς να βγάλουν φωτογραφίες τα πλημμυρισμένα χωράφια τους για το σύστημα ελέγχου (monitoring), χαρακτηρίζοντάς το παράλογο, ενώ ανέφερε πως είχε προγραμματιστεί σχετική συνάντηση με τον πρώην υπουργό κ. Τσιάρα ακριβώς την ημέρα που εκείνος παραιτήθηκε.
Τέλος, κατέληξε υπενθυμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η νέα ΚΑΠ επιβάλλουν αυστηρά την προστασία των τυρφώνων, όπως αυτός των Τεναγών που είναι ο μεγαλύτερος στη χώρα και αποτελεί μια τεράστια φυσική αποθήκη άνθρακα.