

Ένα σχέδιο παρεμβάσεων που στοχεύει στην τσέπη των πολιτών, παρουσίασε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών τη Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026.
Το νέο οικονομικό πακέτο ξεδιπλώνει έναν χάρτη αλλαγών που αγγίζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, σύμφωνα με το Υπουργείο, από τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους μέχρι τις οικογένειες, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις επιχειρήσεις και τον αγροτικό κόσμο.
Οι υπουργοί Κυριάκος Πιερρακάκης, Θάνος Πετραλιάς, Νίκος Παπαθανάσης και Δημήτρης Μαρκόπουλος ανέλαβαν να εξειδικεύσουν βήμα προς βήμα τις εξαγγελίες που έκανε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Το νέο οικονομικό δόγμα και τα δισεκατομμύρια της ανάπτυξης
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έδωσε ξεκάθαρα το στίγμα της νέας στρατηγικής, μιλώντας για τρεις κεντρικούς πυλώνες που συνθέτουν μια ενιαία πολιτική με ορίζοντα το 2030.
Η συμφωνία προόδου και ευημερίας βασίζεται στον περιορισμό του δημόσιου χρέους, στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους και στην άμεση στήριξη του εισοδήματος, της εργασίας και της παραγωγικής οικονομίας. Όπως εξήγησε χαρακτηριστικά, η μείωση του δημόσιου χρέους απελευθερώνει το μέλλον της χώρας, ενώ η ανάπτυξη βελτιώνει το παρόν και τις προοπτικές των πολιτών.
Τα νούμερα που έβαλε στο τραπέζι ο Θάνος Πετραλιάς αποτυπώνουν το ακριβές μέγεθος της κυβερνητικής παρέμβασης. Περισσότερα από 5 δισ. ευρώ αναμένεται να κατευθυνθούν στους πολίτες μέσα στο 2027. Το κόστος των νέων, μη θεσμοθετημένων μέτρων αγγίζει τα 605 εκατ. ευρώ για το 2026, αυξάνεται στα 2,2 δισ. ευρώ το 2027 και αγγίζει τα 3,6 δισ. ευρώ το 2030. Μαζί με τα ήδη θεσμοθετημένα μέτρα, ο συνολικός ετήσιος δημοσιονομικός λογαριασμός πλησιάζει τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος της δεκαετίας.
Η πορεία του βασικού μισθού και τα νέα δεδομένα στο Δημόσιο
Η μισθωτή εργασία βρίσκεται στον στενό πυρήνα των αποφάσεων του οικονομικού επιτελείου. Ο κατώτατος μισθός ξεκολλάει από τα 920 ευρώ και μπαίνει σε σταθερή τροχιά για το ορόσημο των 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Με την προσθήκη των τριετιών, οι αποδοχές μπορούν πλέον να σκαρφαλώσουν έως και τα 1.300 ευρώ.
Η διαδρομή αυτή θα γίνει μέσα από δύο κομβικές αναπροσαρμογές, τον Απρίλιο του 2027 και τον Ιανουάριο του 2028. Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε μια εντυπωσιακή συνολική αύξηση 54% σε σχέση με τα 650 ευρώ του 2021, όπως υπογράμμισε στο ρεπορτάζ του ο Γιώργος Αλεξάκης για το news247.gr.
Η άνοδος του βασικού μισθού φέρνει παράλληλα ένα ντόμινο θετικών αναπροσαρμογών σε κρίσιμα επιδόματα όπως αυτά της ανεργίας και της μητρότητας, καθώς και στην αμοιβή των υπερωριών.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων θα ακολουθήσει οριζόντια την αύξηση του κατώτατου. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, μάλιστα, έχουν έναν επιπλέον λόγο να χαμογελούν, καθώς από το 2027 θεσπίζεται επίδομα εορτών Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ μικτά.
Για τον ιδιωτικό τομέα, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης αναμένεται να περάσει τα 1.700 ευρώ το 2028 και να σπάσει το φράγμα των 1.800 ευρώ έως το 2030, ενώ το μη μισθολογικό κόστος ελαφρύνεται με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από τον Απρίλιο του 2027.
Ανάσα για συνταξιούχους, αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες
Οι συνταξιούχοι βλέπουν την ετήσια ενίσχυση του Νοεμβρίου να παγιώνεται μόνιμα στα 400 ευρώ καθαρά, καλύπτοντας και τα άτομα με αναπηρία αλλά και τους ανασφάλιστους υπερήλικες. Από τον Νοέμβριο του 2026, αυτό το δίχτυ διευρύνεται για το σύνολο των συνταξιούχων άνω των 65 ετών. Παράλληλα, τα αναπηρικά επιδόματα μπαίνουν σε καθεστώς τιμαριθμοποίησης, για να προσαρμόζονται πραγματικά στις μεταβολές του κόστους ζωής.
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Όσοι παραμένουν συνεπείς, απαλλάσσονται από τις προσαυξήσεις που συνδέονται με τον κύκλο εργασιών και τη μισθοδοσία κατά τον υπολογισμό του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος.
Η προκαταβολή φόρου μειώνεται στο 50% από το 2027, ενώ δρομολογείται η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, με αφετηρία την ελληνική περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη.
Ισχυρή φορολογική παρέμβαση έχουμε και για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες καθώς και τις τρίτεκνες οικογένειες, με τον φορολογικό συντελεστή να μηδενίζεται για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ. Αντίθετα, στο ανώτερο τμήμα της εισοδηματικής πυραμίδας η φορολογία ανεβαίνει. Οι αμοιβές ανώτερων στελεχών από συμμετοχή στα κέρδη, εφόσον ξεπερνούν τις 60.000 ευρώ, θα φορολογούνται με συντελεστή 15% από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η στεγαστική πολιτική και το δέλεαρ της περιφέρειας
Σε μια κίνηση που αφορά άμεσα την ελληνική ύπαιθρο, η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει ένα ισχυρό κίνητρο αποκέντρωσης, καταργώντας από το 2027 τον ΕΝΦΙΑ για ακίνητα σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους, όριο που για τη Δυτική Μακεδονία ανεβαίνει στους 2.200 κατοίκους.
Στο φλέγον ζήτημα της στέγης, το υπουργείο ρίχνει στη μάχη το πρόγραμμα «Σπίτι μου III», διαθέτοντας 2 δισ. ευρώ για χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας.
Την ίδια στιγμή παρατείνονται οι τριετείς απαλλαγές φόρου για κλειστά ακίνητα που επιστρέφουν στη μακροχρόνια μίσθωση και οι περιορισμοί στη βραχυχρόνια μίσθωση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ αυξάνεται ραγδαία από 3% σε 15% ο φόρος μεταβίβασης για πολίτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πολύ σημαντική θεωρείται και η δημιουργία ενός νέου εργαλείου αποταμίευσης για τα παιδιά. Η Πολιτεία θα καταθέτει αντίστοιχο ποσό με εκείνο των γονέων, έως 1.200 ευρώ τον χρόνο για τα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση, χτίζοντας συστηματικά ένα κεφάλαιο μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού.
Ρευστότητα στις επιχειρήσεις και μακροοικονομικοί στόχοι
Το χρηματοδοτικό κενό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μπαίνει στο στόχαστρο με δύο νέα προγράμματα μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Ένα δανειοδοτικό πακέτο 1,1 δισ. ευρώ και ένα εγγυοδοτικό 400 εκατ. ευρώ αναμένεται, με τη συμμετοχή των τραπεζών, να μοχλεύσουν δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ. Σε συνδυασμό με τις επιταχυνόμενες αποσβέσεις εξοπλισμού από τα 10 στα 6 χρόνια και τη σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου για τα νομικά πρόσωπα στο 50%, το οικονομικό επιτελείο ρίχνει το βάρος στην πραγματική παραγωγή.
Το μεγάλο στοίχημα πίσω από αυτούς τους αριθμούς είναι η δυναμική του ΑΕΠ, το οποίο αναμένεται να ξεπεράσει τα 310 δισ. ευρώ το 2030. Με τις ετήσιες επενδύσεις να υπολογίζονται σε πάνω από 60 δισ. ευρώ στο τέλος της δεκαετίας, ο τελικός κυβερνητικός σκοπός παραμένει η κατακρήμνιση του χρέους κάτω από το 110% του ΑΕΠ το 2031 και η κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας «Α».