

Τη δική του οπτική γύρω από την ολοένα και αυξανόμενη παρουσία επενδυτών από τα Βαλκάνια στην ευρύτερη περιοχή καταθέτει ο επικεφαλής της παράταξης «Ο Τόπος της Ζωής μας», ανοίγοντας τη συζήτηση για το μοντέλο της τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης στην Καβάλα.
Στη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα στην Καβάλα γύρω από την αγορά ακινήτων και την επιχειρηματική δραστηριότητα πολιτών από βαλκανικές χώρες, παρεμβαίνει ο δημοτικός σύμβουλος και επικεφαλής της παράταξης «Ο Τόπος της Ζωής μας», Μάκης Παπαδόπουλος.
Με ανάρτηση του την Κυριακή 9 Αυγούστου 2026, ο κ. Παπαδόπουλος τονίζει ότι η γεωγραφική θέση της περιοχής αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, το οποίο ωστόσο απαιτεί στρατηγική διαχείριση για να μετατραπεί σε πραγματική ευημερία.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η εθνικότητα όσων επενδύουν, αλλά το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα που αφήνουν στην τοπική κοινωνία.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η ενίσχυση των τοπικών επιχειρήσεων, επισημαίνοντας πως η αυξημένη κινητικότητα είναι φυσικό αποτέλεσμα των στρατηγικών επιλογών και των οδικών αξόνων που υλοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Παράλληλα, ο Μάκης Παπαδόπουλος ξεκαθαρίζει πως η επιθυμητή εξωστρέφεια δεν πρέπει να ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με την ασυδοσία. Ζητάει να τεθούν αυστηροί κανόνες προκειμένου να προστατευθεί το φυσικό περιβάλλον, να μπει φρένο στην άναρχη δόμηση και να εξασφαλιστεί προσιτή κατοικία για τους μόνιμους κατοίκους.
Καταλήγοντας, ο επικεφαλής της δημοτικής παράταξης εκφράζει τη θέση ότι η Καβάλα δεν πρέπει ούτε να «ξεπουληθεί», ούτε όμως και να κλειστεί φοβικά στον εαυτό της.
Η έλευση κεφαλαίων από τα Βαλκάνια και ο τρόπος που αυτή επηρεάζει την τοπική κοινωνία, ώθησε πολλούς δημότες να πάρουν ανοιχτά θέση, καταθέτοντας τον δικό τους προβληματισμό για το πού βαδίζει η πόλη τα επόμενα χρόνια.
Μέσα από τα σχόλια αποτυπώνεται μια έντονη ανησυχία για το μέλλον και την κατεύθυνση της τοπικής οικονομίας. Αρκετοί συμπολίτες άσκησαν σκληρή κριτική στο τρέχον μοντέλο, θεωρώντας ψευδαίσθηση την αντίληψη ότι το real estate συνιστά πραγματική ανάπτυξη για τον 21ο αιώνα.
Προειδοποίησαν ευθέως για τη δημιουργία μιας οικονομικής φούσκας που νομοτελειακά θα σκάσει, ενώ δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους για τη δραματική πληθυσμιακή μείωση της Καβάλας, η οποία οδηγεί σε μαρασμό και λουκέτα σε ιστορικά σχολεία της πόλης. Παράλληλα, ζήτησαν να μπει στο τραπέζι ένα σοβαρό παραγωγικό μοντέλο, με ίσες ευκαιρίες και διαφάνεια.
Ο Βαγγέλης Παππάς έθεσε επί τάπητος το ζήτημα των κανόνων, προειδοποιώντας ότι η άναρχη έλευση κεφαλαίων ευνοεί τη φοροδιαφυγή και τις πιθανές εντάσεις με την τοπική κοινωνία. Στον αντίποδα, η Ειρήνη Βρανά τάχθηκε απόλυτα στο πλευρό του Μάκη Παπαδόπουλου, καλώντας σε συστράτευση μέσω συλλογικών προσπαθειών στη συνοικία του Περιγιαλίου και ζητώντας να μπει τέλος στη στείρα διαδικτυακή κριτική που δεν προσφέρει λύσεις.
Αναλυτικά, η σχετική ανάρτηση του κ. Παπαδόπουλου αναφέρει τα εξής:
«Η γεωγραφία μάς έδωσε ένα πλεονέκτημα. Το αν θα το μετατρέψουμε σε ευημερία είναι δική μας ευθύνη.
Η συζήτηση για την αυξανόμενη παρουσία των Βαλκάνιων στην Καβάλα και την ευρύτερη περιοχή είναι θεμιτή. Αρκεί να συζητάμε για το πραγματικό ζήτημα. Και το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος αγοράζει ένα ακίνητο, ποιος επενδύει ή ποια πινακίδα έχει το αυτοκίνητο που περνά τα σύνορα. Είναι τι είδους ανάπτυξη θέλουμε για τον τόπο μας και τι κάνουμε εμείς για να την πετύχουμε.
Η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο από την αξία της γης, ούτε όμως ακυρώνεται επειδή αυξάνεται η αξία της. Μετριέται από το αν ένας τόπος δημιουργεί περισσότερο εισόδημα, περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερες θέσεις εργασίας και καλύτερες προοπτικές για τους ανθρώπους του.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία, όχι στο ποιος έρχεται, αλλά στο αν εμείς έχουμε το σχέδιο να αξιοποιήσουμε αυτή την οικονομική κινητικότητα προς όφελος της τοπικής κοινωνίας. Γιατί αυτή η κινητικότητα δεν προέκυψε τυχαία. Είναι, σε σημαντικό βαθμό, αποτέλεσμα μιας στρατηγικής επιλογής δεκαετιών, να ενισχύσουμε τη σύνδεση της Βόρειας Ελλάδας με τη Βαλκανική ενδοχώρα.
Η Ελληνική Πολιτεία, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι και τελικά όλοι οι πολίτες, μέσα από Εθνικούς και Ευρωπαϊκούς πόρους, έχουμε επενδύσει σημαντικά σε αυτή την επιλογή. Η Εγνατία Οδός, ο κάθετος άξονας Κομοτηνή–Νυμφαία και ο Ε61 δεν υπάρχουν ή σχεδιάζονται απλώς για να φαίνονται στον χάρτη. Υπάρχουν για να συνδέουν οικονομίες και κοινωνίες. Για να μετακινούνται άνθρωποι και προϊόντα, να ανοίγουν αγορές, να αυξάνεται η επισκεψιμότητα και να δημιουργούνται νέες οικονομικές ευκαιρίες. Δεν μπορούμε λοιπόν να επενδύουμε στη σύνδεση με τα Βαλκάνια και, όταν αυτή η σύνδεση παράγει αποτελέσματα, να αντιμετωπίζουμε τους ίδιους τους Βαλκάνιους ως πρόβλημα.
Χρειάζεται και κάτι ακόμη: συνέπεια. Αν ένας Ελβετός, ένας Γερμανός ή ένας Αμερικανός αγόραζε ένα σπίτι ή επένδυε στην περιοχή μας, πιθανότατα θα μιλούσαμε για εξωστρέφεια και προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Γιατί τότε η ίδια οικονομική δραστηριότητα να αποκτά διαφορετικό πρόσημο, όταν προέρχεται από έναν Βούλγαρο, έναν Ρουμάνο ή έναν Σέρβο; Η ανάπτυξη δεν έχει διαβατήριο. Έχει αποτύπωμα. Και αυτό το αποτύπωμα είναι που πρέπει να μας ενδιαφέρει, πόσο εισόδημα μένει στην περιοχή, πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται, πόσο ενισχύονται οι τοπικές επιχειρήσεις, πόσο διευρύνεται η παραγωγική βάση και πόσο βελτιώνεται τελικά η ζωή των ανθρώπων που κατοικούν εδώ. Άλλωστε, η οικονομία κάνει κύκλους.
Πριν από μερικές δεκαετίες ήταν οι Έλληνες που κατευθύνονταν προς τη Βουλγαρία. Ελληνικές επιχειρήσεις, τράπεζες και κεφάλαια αναζητούσαν εκεί χαμηλότερη φορολογία, μικρότερο κόστος και νέες αγορές. Η Βουλγαρία δεν «ελληνοποιήθηκε». Συμμετείχε σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα. Σήμερα, ορισμένες από αυτές τις ροές κινούνται και προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς θα τις ανακόψουμε. Είναι πώς θα μετατρέψουμε αυτή την κινητικότητα σε μεγαλύτερη και διαρκέστερη αξία για τον τόπο μας. Να μη στηριζόμαστε μόνο σε δύο ή τρεις μήνες τουρισμού. Να επιμηκύνουμε την τουριστική περίοδο. Να συνδέσουμε τον τουρισμό με την τοπική παραγωγή, την εστίαση, το εμπόριο και τις υπηρεσίες. Να προσελκύσουμε επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας και πραγματική προστιθέμενη αξία.
Βεβαίως, εδώ χρειάζονται κανόνες. Προστασία του περιβάλλοντος. Έλεγχος της άναρχης δόμησης. Υποδομές που αντέχουν την αυξημένη ζήτηση. Προσιτή κατοικία για τους μόνιμους κατοίκους. Σεβασμός στην ιστορία, στα μνημεία και στην ταυτότητα κάθε περιοχής. Εξωστρέφεια δεν σημαίνει ασυδοσία. Και ανάπτυξη χωρίς σχέδιο και κανόνες δεν είναι βιώσιμη ανάπτυξη.
Από εκεί και πέρα, όμως, πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε. Έναν τόπο που αντιμετωπίζει κάθε αλλαγή με καχυποψία και κλείνεται στον εαυτό του; Ή έναν τόπο ζωντανό και εξωστρεφή, που γνωρίζει τα πλεονεκτήματά του, προστατεύει όσα έχουν αξία και θέτει ο ίδιος τους όρους της ανάπτυξής του;
Για μένα η επιλογή είναι ξεκάθαρη. Ούτε να ξεπουλήσουμε τον τόπο μας ούτε να τον κλείσουμε σε μια γυάλα. Να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική μας θέση. Να προστατεύσουμε την ιστορία, την ταυτότητα και το περιβάλλον μας. Να βάλουμε κανόνες. Και, κυρίως, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις, ώστε να παραμένει εδώ όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της αξίας που παράγεται εδώ.
Γιατί τελικά αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της ανάπτυξης: Όχι μόνο πόσο ακριβαίνει ένας τόπος, αλλά πόσο αυξάνει την πραγματική του αξία. Όχι μόνο πόσοι έρχονται, αλλά τι μένει στον τόπο από την παρουσία τους. Όχι ποιο διαβατήριο κρατά αυτός που επενδύει, αλλά τι δημιουργεί η επένδυσή του.»
Αναφορικά με τη γενικότερη στάση των δημοτών, αρκετοί ήταν εκείνοι που σχολίασαν πως αν θεωρείται το real estate ανάπτυξη τον 21ο αιώνα, σε όρους εκπαίδευσης η περιοχή έμεινε στάσιμη στην 2α δημοτικού. Έκαναν λόγο για πεπαλαιωμένες απόψεις που δεν έχουν καμία σχέση με την ανάπτυξη με κοινωνικοοικονομικούς όρους και με την παραγωγικότητα, τονίζοντας τη δημιουργία μιας φούσκας που πάντα σκάει, όπως δείχνουν όλα τα παγκόσμια παραδείγματα.
Παράλληλα, παρέθεσαν στοιχεία για τη δημογραφική πτώση, αναφέροντας ότι η πόλη της Καβάλας έπεσε από τους 63.000 κατοίκους το 2001 στους 57.000 το 2021, γεγονός που οδήγησε στο κλείσιμο του ιστορικού 14ου σχολείου στον Προφήτη Ηλία. Εκφράστηκε επίσης δυσαρέσκεια για την αλλοίωση της τοπικής ταυτότητας στις παραλίες, ενώ ζητήθηκαν ίσες ευκαιρίες, αξιοκρατία και ο καθορισμός ενός παραγωγικού μοντέλου για την πόλη, με υλοποιήσιμες προτάσεις και πολιτική βούληση για να συνδεθεί η Καβάλα με το τρένο της ανάπτυξης.
Από την πλευρά του, ο Βαγγέλης Παππάς υποστήριξε:
«Μάκη τα πάντα είναι θέμα σχεδιασμού και κανόνων. Όταν όλα κινούνται ευκαιριακά οι πολιτικοί θα τα βαπτίζουν ανάπτυξη και όταν αυτά καταρρέουν πάλι θα φταίνε άλλοι. Έτσι ανοχύρωτα που είμαστε η φοροδιαφυγή των περίφημων Βαλκανίων επενδυτών θα κτυπήσει κόκκινο και επι πλέον τα επεισόδια με τους αυτόχθονες θα είναι καθημερινή ρουτίνα. Ενώ εσύ αν κάνεις το παραμικρό στην Βουλγαρία σου παίρνουν με γερανό το αυτοκίνητο χωρίς δεύτερη κουβέντα κλπ κλπ».
Η Ειρήνη Βρανά σημείωσε αναλυτικά:
«Ασπάζομαι πλήρως την άποψη σου Μάκη! Αποφάσισα να ασχοληθώ για να συσταθεί ο Αναπτυξιακός & Πολιτιστικός Σύλλογος Περιγιαλίου “ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ- ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΠΕΡΙΓΙΑΛΙΟΥ” για όλους αυτούς τους λόγους που προανέφερες, προκειμένου να υπάρξει η «σωστή ανάπτυξη» στο Περιγιάλι. Για την ουσιαστική βελτίωση της ζωής των ανθρώπων που θα κατοικούν εκεί και για την γενικότερη ανάπτυξη με αποτύπωμα. Ας βοηθήσουμε λοιπόν όλοι, θεσμικοί και μη θεσμικοί, προκειμένου το γεωγραφικό μας πλεονέκτημα να το μετατρέψουμε σε ευημερία και ας σταματήσουν κάποιοι να ασκούν μόνο κακοπροαίρετη κριτική από την καρέκλα του σπιτιού τους και πίσω από μία οθόνη κινητού.»