Οι καταστροφικές πυρκαγιές που σάρωσαν την Καβάλα και τη Θάσο τον Αύγουστο του 1985 παραμένουν βαθιά χαραγμένες στη συλλογική μνήμη ως μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της περιοχής. Ο πύρινος εφιάλτης, που προκάλεσε την απώλεια ανθρώπινων ζωών και ανυπολόγιστη οικολογική ζημιά, ξεκίνησε στις 12 Αυγούστου 1985, με τις πρώτες φλόγες να κάνουν την εμφάνισή τους κοντά στο Παληό.

 

Στα ανατολικά της Καβάλας το μέτωπο φέρεται να ξεκίνησε από την αναζωπύρωση έξι εστιών στον ΧΥΤΑ του Χαλκερού, ενώ άλλες πηγές τοποθετούν την έναρξη βορειοδυτικά, στη δασική έκταση μεταξύ της Παλαιάς Καβάλας και της Λεύκης. Η φωτιά πήρε γρήγορα ανεξέλεγκτες διαστάσεις, κινούμενη απειλητικά προς τον Άγιο Τρύφωνα και το Περιγιάλι. Ένα μικρότερο μέτωπο πλησίασε την Άσπρη Άμμο, προκαλώντας την άμεση και κρίσιμη εκκένωση αποθήκης πυρομαχικών που περιείχε 5.800 κιλά εκρηκτικών. Στην πορεία του προς το κάμπινγκ Ειρήνη και την Άνω Λεύκη, το πύρινο μέτωπο κατέστρεψε ολοσχερώς επτά κατοικίες.

 

Η κατάσταση κορυφώθηκε τα ξημερώματα της 15ης Αυγούστου 1985. Οι φλόγες προσέγγισαν τη Δεξαμενή και τον Άγιο Σίλα, αναγκάζοντας τις αρχές να προχωρήσουν στην άμεση εκκένωση του εν ενεργεία τότε Σανατορίου. Το ίδιο βράδυ, στις 22:20, ο υποσταθμός της ΔΕΗ στο Περιγιάλι υπέστη σοβαρότατη βλάβη. Ολόκληρη η πόλη της Καβάλας βυθίστηκε στο σκοτάδι και κηρύχθηκε αμέσως σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, την ώρα που νέα μέτωπα ξεσπούσαν ταυτόχρονα στον Άγιο Ανδρέα, στη Λιμνιά και στο Ελαφοχώρι. Για την αντιμετώπιση του ολέθρου επιστρατεύτηκαν τέσσερα πυροσβεστικά αεροσκάφη και εκατόν πενήντα εθελοντές από την Ελευθερούπολη.

 

Ο πανικός στην πόλη ήταν πρωτοφανής. Ο Τύπος της εποχής καταγράφει ότι στις 15 Αυγούστου 1985 οι κάτοικοι εγκατέλειπαν μαζικά τα σπίτια τους, ενώ οι σειρήνες στο Δημαρχείο ήχησαν για πρώτη φορά μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Την ίδια στιγμή, το δράμα κορυφωνόταν στη γειτονική Θάσο, όπου η καταστροφή είχε ξεκινήσει ήδη από τις 14 Αυγούστου 1985 στα Κοίνυρα. Οι θυελλώδεις άνεμοι έσπρωξαν ταχύτατα τις φλόγες προς τη Σκάλα Ποταμιάς, τη Σκάλα Παναγίας, τον Ποτό, το Πευκάρι, τα Λιμενάρια και τις Μαριές. Ο απολογισμός στο νησί ήταν τραγικός, αφήνοντας πίσω πέντε νεκρούς, δύο αγνοούμενους, εκατό καμένα σπίτια, 2000 κατεστραμμένες κυψέλες και 1800 νεκρά αιγοπρόβατα.

 

Οι σκηνές εκκένωσης από τη Θάσο αποτύπωσαν το απόλυτο χάος. Περίπου 20.000 τουρίστες και 7.000 μόνιμοι κάτοικοι χρειάστηκε να μεταφερθούν ακτοπλοϊκώς στην Καβάλα για να διασωθούν. Σε μια στιγμή απόγνωσης, 200 τουρίστες επιχείρησαν να κολυμπήσουν τα 17 μίλια που χωρίζουν το νησί από την πόλη αγνοώντας την πραγματική απόσταση, για να περισυλλεγούν τελικά σώοι από παραπλέοντα σκάφη.

 

Ο τελικός απολογισμός κατέγραψε 10.000 καμένα στρέμματα τεχνητού δάσους στην Καβάλα, το οποίο είχε δημιουργηθεί σταδιακά από τη δεκαετία του 1910 έως το 1980, και 118.000 στρέμματα δασικής έκτασης στη Θάσο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι πολίτες και η τοπική διοίκηση κινητοποιήθηκαν για την αναδάσωση 24.420 στρεμμάτων. Σήμερα, η φύση έχει ολοκληρώσει τη δική της αποκατάσταση, με τη χλωρίδα και την πανίδα στις πληγείσες περιοχές να έχουν επιστρέψει πλέον στους φυσιολογικούς ρυθμούς πριν από το ολέθριο 1985.