

Μια «φόρμουλα» ανάλογη με την ισχύουσα ευρωπαϊκή πρακτική προκρίνει η αγορά για τον τρόπο κατανομής της δυναμικότητας στην υπόγεια αποθήκη CO2 στον Πρίνο, απορρίπτοντας την πρόταση του ΥΠΕΝ, όπως αποτυπώνεται στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, με το ένα μέρος να κατανέμεται ρυθμιστικά και το υπόλοιπο με διαγωνισμό με κριτήριο την τιμή.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την συνάντηση που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή στο ΥΠΕΝ υπό τον Υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νικόλαο Τσάφο και την συμμετοχή εκπροσώπων από τις εταιρείες ΤΙΤΑΝ, ΑΓΕΤ Ηρακλής, HELLENiQ ENERGY, Motor Oil, Energean, ΔΕΣΦΑ και ΕΔΕΥΕΠ όσες δηλαδή συνιστούν σήμερα το ελληνικό «οικοσύστημα» στο κομμάτι της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα τόσο από την σκοπιά σχεδιασμού και ανάπτυξης έργων CCS όσο και από την σκοπιά των emitters με την ΕΔΕΥΕΠ να αποτελεί τον αρμόδιο κρατικό φορέα να «τρέξει» το όλο εγχείρημα.
Την συζήτηση, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, «μονοπώλησε» το κομμάτι της κατανομής της δυναμικότητας με τους εκπροσώπους της αγοράς να υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο παράδειγμα της οικείας βιομηχανίας έναντι της «πρωτοτυπίας» που επιχειρείται με τις σχετικές προβλέψεις του νομοσχεδίου.
Αυτό πρακτικά σημαίνει, όπως επεξηγούν οι ίδιες πηγές, ότι θα πρέπει να υιοθετεί ένας ενιαίος τρόπος κατανομής της δυναμικότητας χωρίς διάκριση κατά το ένα μέρος σε «ρυθμιζόμενο καθεστώς» και κατά ένα άλλο μέρος σε διαγωνισμό καθώς σε αυτή την περίπτωση δύναται να δημιουργηθούν στρεβλώσεις τόσο στο κομμάτι της κατανομής προς τους συμμετέχοντες όσο και πολύ περισσότερο ως προς την διαμόρφωση της τιμής, γεγονός που δύναται να αποβεί «μοιραίο» για την ανάπτυξη και ωρίμανση της αλυσίδας αξίας CCS εν συνόλω.
Γιατί διαφωνεί η αγορά
Επιπρόσθετα, ο ενιαίος τρόπος κατανομής συνάδει και αντιστοιχεί καλύτερα στην ελληνική πραγματικότητα με την μέν αποθηκευτική ικανότητα του Πρίνου να φτάνει κατά το μέγιστο τους 2,8 εκατ. τόνους CO2 ετησίως και τις ανάγκες των emitters να υπολογίζονται ήδη στους 4,3 εκατ. τόνους, πράγμα που θα πρέπει να «ισορροπήσει» με κάποιο τρόπο ως προς την ορθή λειτουργία της υποδομής, χωρίς να αποτελέσει έδαφος για την δημιουργία συνθηκών scarcity και με ότι μπορεί να συνεπάγεται αυτό στην διαμόρφωση των τελικών τιμών.
Υπό αυτό το πρίσμα, εκπρόσωποι της αγοράς, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές με γνώση της συζήτησης που έλαβε χώρα την Παρασκευή, υποστηρίζουν την ανάγκη να υπάρξει ένας ενιαίος τρόπος ανάπτυξης του χώρου αποθήκευσης χωρίς σπάσιμο της δυναμικότητας, κατ’ αναλογία με την ευρωπαϊκή πρακτική.
Η τελευταία διακρίνεται είτε σε αμιγώς ρυθμιζόμενο καθεστώς είτε σε συμφωνία κατόπιν διμερούς διαπραγμάτευσης, χωρίς σε καμία περίπτωση, όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς, να έχει εφαρμοστεί ένα υβριδικό μοντέλο που να περιλαμβάνει τόσο ρυθμιζόμενη κατανομή όσο και διάθεση δυναμικότητας μέσω διαγωνισμών όπως προτείνεται στα πλαίσια του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου.
Η ελληνική περίπτωση, με δεδομένο ότι το project αποτελεί Εργο Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος και επομένως θα πρέπει να υπάρχει διαγωνιστική διαδικασία, συνάδει προς την «φόρμουλα» των διαγωνισμών με την προϋπόθεση ωστόσο, όπως επισημάνθηκε σχετικά, ότι θα ισχύσουν άλλα κριτήρια πέραν του κριτηρίου της τιμής προκειμένου να αποφευχθεί η «ανισορροπία» που θα δημιουργηθεί στη βάση της υψηλότερης ζήτησης έναντι της χαμηλότερης προσφοράς.
Ο ταυτοχρονισμός στην υλοποίηση θα μπορούσε να είναι ένα από τα κριτήρια για την διεξαγωγή της διαγωνιστικής διαδικασίας με τους εκπροσώπους της αγοράς να υπογραμμίζουν προς το ΥΠΕΝ ότι σε κάθε περίπτωση τα όποια κριτήρια θα πρέπει να προσδιοριστούν με διαφάνεια και αντικειμενικά, διασφαλίζοντας το δικαίωμα της πρόσβασης στην υποδομή.
Τρόπος τιμολόγησης και CCfDs
Την λίστα των αιτημάτων της αγοράς συμπληρώνουν ο τρόπος τιμολόγησης και η θέσπιση κανονισμού ενίσχυσης CCfDs. Ως προς τον κανονισμό τιμολόγησης, οι εκπρόσωποι της αγοράς υποστήριξαν την ανάγκη να υπάρξει κανονισμός με συγκεκριμένη διαδικασία κοστοστρέφειας ώστε να διασφαλίζεται και να διατηρείται η ανταγωνιστικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας, πράγμα που σημαίνει να δύναται να υλοποιεί τις αναγκαίες προσαρμογές ώστε τα «τελικά νούμερα» να παραμένουν σταθερά βιώσιμα.
Πρόκειται, όπως διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές, για δύσκολη άσκηση δεδομένου ότι δεν υπάρχει πρότερη εμπειρία στην ελληνική αγορά με το σχετικό φορτίο, βάσει των όσων αναφέρει το νομοσχέδιο, να προβλέπεται να το αναλάβει η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων.
Από εκεί και πέρα, το αίτημα περί κανονισμού ενίσχυσης CCfDs αφορά την βιωσιμότητα των έργων και απορρέει από την συνολικότερη ευρωπαϊκή πρακτική και θεώρηση περί στήριξης των έργων αυτών στα πρώτα τους βήματα μέχρι ότου επιτύχουν ένα δεδομένο επίπεδο ωρίμανσης και βιωσιμότητας που θα τους επιτρέψει να «απεγκλωβιστούν» από την διακύμανση και το volatility των τιμών του CO2.
Σε αυτή την κατεύθυνση, η Κομισιόν σχεδιάζει να λανσάρει από τον Απρίλιο του 2026 το «Industrial Decarbonisation Bank» με ένα μεγάλο κομμάτι των διαθέσιμων κεφαλαίων να προορίζονται υπέρ των έργων δέσμευσης και αποθήκευσης CO2 προς αντιστάθμιση ακριβώς της διακύμανσης στην τιμή του ETS.
Αξίζει να σημειωθεί, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, ότι τα εν λόγω έργα καθίστανται βιώσιμα σε τιμές CO2 περί τα 140 ευρώ ο τόνος όταν η τιμή σήμερα κυμαίνεται περί τα 80-100 ευρώ ο τόνος. Η κατάσταση αναμένεται να αλλάξει με την επικείμενη άνοδο των τιμών διοξειδίου του άνθρακα μέσα στην επόμενη δεκαετία, γεγονός που υπό καθεστώς CCfDs, θα σημάνει και την ανάκτηση των χρημάτων υπέρ του κράτους και κατά μία έννοια την επιστροφή των κεφαλαίων που θα διατεθούν τώρα για την υποστήριξη των έργων.
Ενίσχυση για αποθήκευση στη Ραβέννα
Σε κάθε περίπτωση, το ΥΠΕΝ, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, ακούει τα αιτήματα της αγοράς, δηλώνοντας την πρόθεσή του να επανεξετάσει τον τρόπο κατανομής της δυναμικότητας, αξιοποιώντας και την σχετική ευρωπαϊκή εμπειρία, ενώ ανάλογα θα πράξει και για το κομμάτι των CCfDs.
Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνεται, το τελικό σχέδιο θα περιλαμβάνει και την υποδομή αποθήκευσης στη Ραβέννα με το νομοθετικό πλαίσιο να περιλαμβάνει ειδική μέριμνα ενίσχυσης του διαφορικού κόστους για τις ποσότητες που ελλείψει διαθέσιμου χώρου στο Πρίνο, θα πρέπει να κατευθύνονται προς αποθήκευση εκεί.
Η εν λόγω ρύθμιση κρίνεται ιδιαίτερα αναγκαία προς ολοκλήρωση της σχετικής εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς διαφορετικά, θα παρέμενε ημιτελές και μέχρι την αποθηκευτική ικανότητα του Πρίνου με την «πλεονάζουσα» ποσότητα CO2 να δεσμεύεται για να καταλήξει εν τέλει εκ νέου στην ατμόσφαιρα.
πηγή: energypress.gr - Μιχάλης Μαστοράκης