

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Μη φοβηθείς τον άνθρωπο, όσο θεριό και να ’ναι
και να μασάει τα σίδερα και να τα καταπίνει
κι αν κάνει πόλεμο τρελό κι ανθρώπους να πονάνε,
έρχεται η ώρα κι η στιγμή, ρεντίκολο να γίνει.
Τον σιδερένιο Βλαντιμίρ, τον ματωμένο τσάρο,
που θα ’κανε περίπατο, μέσα στην Ουκρανία,
στέλνει χιλιάδες νεαρούς, να πάν’ να βρουν το χάρο
και σαν «πιστός χριστιανός», δε νιώθει αμαρτία.
Βροντάνε τα κανόνια του, εδώ κι εννέα μήνες,
κάνουνε πόλεις ρημαδιό, σβήνουν χωριά απ’ τον χάρτη,
σφραγίζει και τη θάλασσα, λιμάνια και μαρίνες
κι αποκαλεί κάθε Ουκρανό, εχθρό του και αντάρτη.
Και βγαίνουνε πορίσματα, πόσοι να σκοτωθήκαν;
Πόσοι πεθάναν νηστικοί, στα υπόγεια κρυμμένοι;
Πόσοι σε τάφους μαζικούς, απλώς παραχωθήκαν;
Κανείς δεν ξέρει αριθμούς, μα αυτό είναι που μας μένει;
Στον κόσμο αυτόν ο άνθρωπος, μία φορά γεννιέται,
είν’ ένας και μοναδικός, δεν αντικαθιστάται,
κι όχι μέσα σε αριθμούς, άγνωστος να ξεχνιέται
κι όταν πεθάνει άδικα και ο Θεός λυπάται.
Τρέχει το αίμα του, λοιπόν, έτσι, από μιά οβίδα
και στα καλά καθούμενα, να χάνει τη ζωή του,
γιατί του έστριψε μιανού, ξεκάρφωτα η βίδα,
που λες κάποια εκδίκηση, να θέλει η ψυχή του.
Τώρα, με τον Βλαδίμηρο και την περίπτωσή του,
που γκρέμισε η Σοβιετική, πάλαι «Δημοκρατία»,
την κουβαλάει τη ντροπή, σε όλη τη ζωή του
κι έτσι, ξεσπάει άνανδρα, πάνω στην Ουκρανία.
Μα, θα μου πείτε, πόλεμος και τίμιος υπάρχει;
Που πάντα ο επιτιθέμενος, βρίσκει δικαιολογία,
τ’ ακούσαμε από βασιλείς κι από κάθε στρατάρχη,
που εφορμά μ’ έναν σκοπό, μονάχα τη ληστεία.
Κι ο Πούτιν τις ακόνισε, τις σπάθες, τις μαχαίρες
κι είπε, να, έρχονται οι Ναζί, θα μπούνε στη Ρωσία,
θα έκανε περίπατο, με δάφνες σε τρεις μέρες
και σα νύφη στην κάμαρα, θα ’πεφτε η Ουκρανία.
Κι έδωσε τη διαταγή, στα τέλη του Φλεβάρη
και άλλαξε η μούρη του, γέλασε απ’ τη χαρά της,
ήρθε η ώρα, τα παλιά, εδάφη του να πάρει,
μα άλλα τα βόδια μελετούν, άλλα ο ζευγολάτης.
Η Δύση «ανασυντάχτηκε», εμπρός στην εισβολή του,
στην Ουκρανία τρέχουνε, δολάρια σα βρύση,
αλλά κι ούτε ένα Ουκρανού, δεν έσπασε η χολή του
κι ο επιδρομέας σκόνταψε και το όνειρο θα σβήσει.
Και όσα τσαλαπάτησε, στον αιφνιδιασμό του
κι είχε στη Μόσχα θέατρα, τρελές χαρές και γέλια,
τώρα αποσύρει, ξαφνικά, τον ταπεινό στρατό του
κι απ’ τη Χερσώνα αποχωρεί, με την ουρά στα σκέλια.
Πού ’ναι Πούτιν το γέλιο σου, η τρομερή ματιά σου,
γιατί τώρα μαράθηκες; βρεμένη γάτα μοιάζεις,
ψάχνεις τους αίτιους να βρεις, στη σκοτεινή φωλιά σου
και σαν τον Ντούτσε και εσύ, τους στρατηγούς αλλάζεις!
Μην κάνεις αναδίπλωση, στήνεις καμιά παγίδα;
η Δύση, λες, σού έφταιγε, χτυπάς τον γείτονά σου
και σού ’βαλαν τη ρετσινιά, την κόκκινη σφραγίδα
την πόρτα στους τζι είκοσι, κλείσαν κατάμουτρά σου!
Εσύ που ’τρωγες σίδερα και μάσαγες τσιμέντα
και έτριζες τα δόντια σου, μπροστά στην Ουκρανία,
μην άρχισες, Βλαδίμηρε, τώρα τα φαλιμέντα
και με τον Χίτλερ αγκαλιά, θα ’σαι στην ιστορία;