Όταν μελετούμε το προσφυγικό φαινόμενο, στεκόμαστε κυρίως στα θέματα της στέγασης και της επαγγελματικής αποκατάστασης. Για τους ίδιους τους πρόσφυγες όμως σημαντικό ήταν και το ζήτημα της λατρείας. Στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής η πίστη αποτελεί γερό στήριγμα και η ανάγκη εκτέλεσης των θρησκευτικών καθηκόντων γίνεται πιο έντονη. Όμως από το 1922 και μετά η εκπλήρωσή τους αντιμετώπιζε δυσκολίες.

 

Στα 1922 η Καβάλα διέθετε τέσσερις εκκλησίες –της Παναγίας, του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Παύλου– που κάλυπταν τις ανάγκες των 10-15.000 χριστιανών της πόλης, μονίμων κατοίκων και εποχιακών καπνεργατών. Με τον ερχομό των προσφύγων όμως ο χριστιανικός πληθυσμός εγγίζει τις 50.000 και γίνεται επιτακτική η ανάγκη για περισσότερους ναούς.

 

Όπως και σε άλλες περιοχές, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε αρχικά με τη μετατροπή των τζαμιών σε εκκλησίες. Ιστορικά υπάρχει η αντίληψη ότι οι χώροι λατρείας διατηρούν την ιερότητά τους, γι’ αυτό και βλέπουμε τις επικρατούσες θρησκείες να χρησιμοποιούν λατρευτικούς χώρους της προηγούμενης, προσαρμόζοντάς τους στις δικές τους ανάγκες. Βέβαια για τις κοινωνίες της δεκαετίας του 1920 η λύση αυτή ήταν «μονόδρομος»: Οι περισσότεροι από τους πιστούς ήταν φτωχοί πρόσφυγες και δεν μπορούσαν να καλύψουν τα έξοδα για την ανέγερση νέων ναών. 

 

Η μετατροπή έγινε κατά κανόνα χωρίς αντιδράσεις. Υπήρξαν όμως και οι εξαιρέσεις. Στην παρόν άρθρο θα ιστορήσουμε τον αγώνα που έδωσαν οι κάτοικοι της πόλης μας τα Χριστούγεννα του 1928 για να μετατραπεί το «Μεγάλο τζαμί της αγοράς» (ή Τσαρσί τζαμί) σε χριστιανική εκκλησία. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 το τζαμί του Ιμπραήμ πασά είχε ενσωματωθεί στις δραστηριότητες της αγοράς, στεγάζοντας το μονοπώλειο άλατος, οπωροπωλεία, διάφορα πρατήρια μέχρι και ταβέρνα.

 

Το τζαμί και μέρος της αγοράς (σημ. οδό Κουντουριώτου)

 

Στις 24 Δεκεμβρίου 1928 ο τοπικός «Κήρυξ» μεταδίδει την είδηση της κατάληψης: «Η αγανάκτησις των συμπολιτών μας [...] επί τέλους εξέσπασε». Μόλις έγινε γνωστό ότι το Μονοπώλειο Άλατος εκκένωσε το κτίριο, «πλήθος άπειρον χριστιανών κατέλαβε τούτο χθες το εσπέρας, εισήγαγε ιεράς εικόνας και ιερά σκεύη και το μετέτρεψε αυθωρεί εις εκκλησίαν. Προσκληθείς ο αιδεσιμώτατος Νικόλαος Σιδηρόπουλος ετέλεσε τον εσπερινόν». Η είδηση κλείνει ως εξής: «Ούτω σήμερον τελείται η πρώτη πανηγυρική χριστιανική λειτουργία εις τον αρχαίον χριστιανικόν αυτόν ναόν και μετά τόσους αιώνας θα ακουσθώσιν εν αυτώ και πάλιν εις τον Θεόν δοξολογίαι και ύμνοι εις την αθάνατον γλώσσαν των προγόνων μας».

 

Όμως έπρεπε να ξεπεραστούν και άλλα εμπόδια. Ίσως φαντάζεται κανείς ενδοιασμούς και αντιρρήσεις από μέρος του λαού ή του κλήρου, επειδή το κτίσμα ανήκε σε άλλη θρησκεία. Όχι. Όπως υποδηλώθηκε παραπάνω, κατά την προφορική παράδοση των γηγενών, στο χώρο αυτό υπήρχε παλιά χριστιανική εκκλησία. Ο «Κήρυξ» προβάλλει εμφαντικά αυτή την πεποίθηση και την ενισχύει με απόψεις διακεκριμένων επιστημόνων, όπως του βυζαντινολόγου Τζαννή Παπαδόπουλου.

 

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αποφαίνεται ότι «μία λεπτομερής εξέτασις του κτιρίου και των περί αυτό αρχαιολογικών ενδείξεων άγει εις το συμπέρασμα ότι το κτίριον τούτο έχει οικοδομηθή επί των ερειπίων εκκλησίας χριστιανικής». Έτσι η εφημερίδα θεωρεί ότι το μνημείο δικαιωματικά πρέπει να αποδοθεί στη λατρεία του Χριστού.

 

Τα εμπόδια προέρχονταν από την Εθνική Τράπεζα (συγκεκριμένα από την Υπηρεσία Ανταλλαξίμων της Τραπέζης) στην οποία ανήκε η διαχείριση της ανταλλάξιμης περιουσίας μέχρι το 1939. Η Τράπεζα εκποιούσε ή ενοικίαζε τα ανταλλάξιμα ακίνητα (σπίτια, καταστήματα, καπναποθήκες, χώρους λατρείας κ.ά.) και δεν εννοούσε να στερηθεί τα ενοίκια από το τζαμί της αγοράς.

 

Από τις εργασίες μετατροπής σε εκκλησία, περίπου 1930

 

Τα γεγονότα συνέπεσαν με την άφιξη στην πόλη του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, που εκείνη την περίοδο (από Ιούλιο 1928 ως Ιούλιο 1929) ασχολούνταν με τη μελέτη αναδιοργάνωσης της Μακεδονίας. Την ώρα που το Εμπορικό Επιμελητήριο του προσέφερε τσάι στη Μεγάλη Λέσχη έφτασε η είδηση της κατάληψης και, όπως ήταν φυσικό,  δημιούργησε «ζωηράν συζήτησιν».

 

Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ανταλλαξίμων Κάλλιος χαρακτήρισε το γεγονός αυθαιρεσία και αμέσως ειδοποίησε την Χωροφυλακή, ενώ συγχρόνως έδωσε εντολή σε συνεργείο να χτίσει την είσοδο του τζαμιού. Για να προλάβει τα επεισόδια έσπευσε επί τόπου ο Μητροπολίτης και, όπως γράφει η εφημερίδα, μετά βίας κατόρθωσε να σώσει τους κτίστες από λιντσάρισμα. Συγχρόνως έφτασε και δύναμη χωροφυλάκων με επικεφαλής το Διοικητή Χωροφυλακής Καβάλας.

 

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων η Εθνική Τράπεζα επανήλθε και γύρω στα μεσάνυχτα το συνεργείο ξανάρχισε το έργο του, τώρα με την προστασία της Χωροφυλακής. Το πρωί όμως «ο λαός εξηγέρθη σύσσωμος ως εις άνθρωπος, λαός μετρούμενος κατά χιλιάδας μεταξύ των οποίων και πολλαί γυναίκες, [...] και κατέλυσεν το ιερόσυλον έργον της νυκτός». Οι πιστοί γκρέμισαν τον τοίχο της εισόδου, επανέφεραν τον ιερέα που είχε εκδιωχθεί από τα αστυνομικά όργανα, άρχισαν να χτυπούν την ήδη τοποθετημένη καμπάνα και άρχισε η θεία λειτουργία. Διαρκούσης της ιεράς ακολουθίας έφτασε και ο μητροπολίτης Χρυσόστομος και προσκύνησε.

 

Το τζαμί λειτουργούσε πια ως χριστιανικός ναός

 

Όμως το θέμα δεν είχε λήξει. Παρά τις αλλεπάλληλες διασκέψεις των αρμοδίων, η Εθνική Τράπεζα δεν προέβαινε σε καμία παραχώρηση. Έχοντας και τη διακριτική υποστήριξη των Αρχών, εννοούσε «σώνει και καλά να θεωρή τον ιερόν Ναόν ως ανταλλάξιμον περιουσίαν, εφ’ ης έχει πλήρη δικαιώματα», να επιμένει ότι «η απόδοσις του ιερού χώρου εις την λατρείαν του Θεού αποτελεί κατάληψιν ξένης περιουσίας» και να πιστεύει ότι «η καλλιτέρα λύσις είναι να εξακολουθήσει ο περικαλλής ναός να χρησιμεύει ως ταβέρνα και διάφορα άλλα πρατήρια», όπως έγραφε με αγανάκτηση ο Κήρυξ!

 

Την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων συνήλθαν οι προσφυγικοί σύλλογοι και τα εργατικά σωματεία της πόλης και στήριξαν ομόφωνα τη λαϊκή διεκδίκηση. Με τηλεγράφημα προς τον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και τους βουλευτές του Νομού (Παπαδάτο, Νικολαΐδη, Κονδύλη, Τσονταρίδη) καταδίκασαν την ακατανόητη στάση της Τράπεζας και απαίτησαν να παραμείνει ο ναός «εις χείρας Χριστιανών» μέχρι την οριστική διευθέτηση του ζητήματος.

 

Δήλωσαν μάλιστα «έτοιμοι διά πάσαν εγγύησιν, καταβάλλοντες ανώτατον ενοίκιον». Η στάση αυτή φανερώνει πόσο σοβαρό ήταν το θέμα για τον απλό λαό. Αγωνίζονταν για χώρο λατρείας, σε μια περίοδο που για πολλούς δεν είχε λυθεί ακόμη το πρόβλημα της στέγασης και οι καπνεργάτες αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα ανεργίας. 

 

Μετά την de facto επίλυση του προβλήματος άρχισαν να φθάνουν και τα καθησυχαστικά τηλεγραφήματα των βουλευτών με διαβεβαιώσεις για την ευνοϊκή έκβαση του ζητήματος! Πριν το πέρασμα στο νέο έτος ο «Κήρυξ» ενημερώνει τους αναγνώστες του ότι ο Ναός του Αγίου Νικολάου κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος  (σύμφωνα με το Νόμο 2447 περί αρχαιοτήτων) και συνεπώς δεν επιτρέπεται να δοθεί για οικονομικές δραστηριότητες, παρά μόνο να λειτουργεί ως εκκλησία.

 

Η επόμενη είδηση είναι της 8ης Ιανουαρίου 1929 και αφορά την «προχθεσινή» τελετή των Φώτων: Μετά την τέλεση του Αγιασμού, στο χώρο μπροστά από το Δημοτικό Κήπο, και την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, οι επίσημοι πήγαν στη Μητρόπολη για μια μικρή δεξίωση. Ο Μητροπολίτης όμως, συνοδευόμενος από τους ιερείς, μετέβη στον Άγιο Νικόλαο, όπου περίμενε πλήθος πιστών. Από εκεί κατευθύνθηκαν στο λιμάνι και ο Μητροπολίτης αγίασε τα νερά «διά του σταυρού της νέας εκκλησίας του Αγίου Νικολάου». 

 

Πηγή: Κείμενο της φιλολόγου, Μαρίας Παπανικολάου (Δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "ΜΝΗΜΗ" του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας)