​​​​​​​

 

 

 

 

γράφει ο

Γιάννης Κομνηνός

 

Υπάρχουν κάποιες εικόνες που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Μένουν εκεί, φυλαγμένες στις πιο όμορφες γωνιές της μνήμης μας, να μας θυμίζουν ανθρώπους, στιγμές και εποχές που μπορεί να πέρασαν, αλλά ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν κομμάτι της ζωής μας.

 

Κάπου στη δεκαετία του ’80 και του ’90, στην παλιά μας γειτονιά, στην οδό Αριστοφάνους, εμείς ήμασταν ακόμη παιδιά. Οι μέρες μας ήταν γεμάτες παιχνίδι, φωνές, γέλια και εκείνη την ανέμελη αθωότητα που μόνο τα παιδικά χρόνια μπορούν να χαρίσουν. Οι δρόμοι ήταν η δική μας μικρή επικράτεια και τα σκαλοπάτια των πολυκατοικιών σημεία συνάντησης, παρατήρησης και αμέτρητων μικρών ιστοριών.

 

Ανάμεσα σε αυτές τις εικόνες, ξεχωριστή θέση είχε ο Δημοσθένης Δημοσθενόπουλος, που διέμενε στην πολυκατοικία μαζί με τη σύζυγό του, την κυρία Μαρίνα.

 

Τον θυμάμαι να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια αγέρωχος, με τους χαρτοφύλακές του, με εκείνο το ξεχωριστό ύφος που τότε, στα παιδικά μας μάτια, έμοιαζε να ανήκει σε έναν κόσμο λίγο πιο μακρινό από τον δικό μας. Εμείς τον παρακολουθούσαμε με την περιέργεια και τον θαυμασμό που έχουν τα παιδιά για τους μεγάλους, χωρίς φυσικά να μπορούμε να φανταστούμε πόσο διαφορετικές θα ήταν οι διαδρομές που θα ακολουθούσαμε μεγαλώνοντας.

 

Κι έπειτα, ήρθε η εποχή που ο Δημοσθένης υπουργοποιήθηκε. Η μορφή που γνωρίζαμε από τα σκαλοπάτια της γειτονιάς μας απέκτησε πλέον έναν διαφορετικό δημόσιο ρόλο. Οι συναντήσεις μας αραίωσαν, οι εποχές άλλαξαν, οι υποχρεώσεις πλήθυναν. Ωστόσο, η οικειότητα εκείνων των πρώτων χρόνων δεν χάθηκε.

 

Κάθε φορά που πλησίαζαν οι μέρες να επισκεφθεί την Καβάλα, εμείς, με την ίδια σχεδόν παιδική αφέλεια, βρίσκαμε την ευκαιρία να τον ρωτήσουμε:

 

«Υπουργέ, τι νέα;»

 

Μια απλή ερώτηση, ειπωμένη με αυθορμητισμό, χωρίς επιτήδευση και χωρίς αποστάσεις. Γιατί, για εμάς, πίσω από τον τίτλο και το αξίωμα υπήρχε πάντα ο άνθρωπος που είχαμε γνωρίσει στη γειτονιά μας. Και, όπως συμβαίνει στις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις, πάντα υπήρχε κάτι να πούμε, κάτι να θυμηθούμε, κάτι να μοιραστούμε.

 

Πέρασαν τα χρόνια. Οι δεκαετίες κύλησαν σχεδόν αθόρυβα. Τα παιδιά της Αριστοφάνους μεγάλωσαν, πήραν τον δικό τους δρόμο, διαμόρφωσαν τη δική τους πορεία. Εκείνος, όμως, δεν έμεινε απλώς ένας άνθρωπος που ανήκε στις αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας.

 

Κάποια στιγμή, οι ρόλοι άλλαξαν με έναν όμορφο, σχεδόν συμβολικό τρόπο.

 

Εκείνος που κάποτε παρακολουθούσαμε εμείς με παιδική περιέργεια, άρχισε να παρακολουθεί τη δική μας εξέλιξη. Να βλέπει τα βήματά μας, τις προσπάθειές μας, την πορεία που χαράξαμε ο καθένας στον δικό του χώρο. Και το έκανε με ενδιαφέρον, με παρατηρητικότητα και με εκείνα τα σχόλια που δεν ήταν ποτέ απλώς τυπικά. Είχαν ουσία. Έκρυβαν σκέψη, γνώση και μια ξεχωριστή ικανότητα να εντοπίζει αυτό που πραγματικά είχε σημασία.

 

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο όμορφο στοιχείο σε μια ανθρώπινη σχέση που αντέχει στον χρόνο. Να μη μένει εγκλωβισμένη στο παρελθόν, αλλά να εξελίσσεται μαζί με τους ανθρώπους της.

 

Από τα παιδικά παιχνίδια στην οδό Αριστοφάνους, στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, μέχρι τις συζητήσεις και τις ουσιαστικές παρατηρήσεις τόσα χρόνια αργότερα, υπάρχει μια διαδρομή που δεν μετριέται με αξιώματα, τίτλους ή ημερομηνίες. Μετριέται με την ανθρώπινη επαφή, την αμοιβαία εκτίμηση και τη συνέχεια μιας γνωριμίας που ξεκίνησε πολύ πριν ο καθένας μας αντιληφθεί τη σημασία της.

 

Κοιτάζοντας πίσω, συνειδητοποιώ πως τελικά οι πιο δυνατές αναμνήσεις δεν είναι απαραίτητα εκείνες που συνδέονται με μεγάλα γεγονότα. Είναι οι μικρές, καθημερινές στιγμές. Ένας άνθρωπος που ανεβαίνει τα σκαλοπάτια με τους χαρτοφύλακές του. Μια παιδική ματιά που τον ακολουθεί. Μια αυθόρμητη ερώτηση: «Υπουργέ, τι νέα;». Και, χρόνια αργότερα, μια κουβέντα δική του που δείχνει πως εξακολουθεί να σε προσέχει, να σε παρακολουθεί, να αναγνωρίζει την πορεία σου.

 

Γιατί οι δεκαετίες μπορεί να αλλάζουν τους ανθρώπους, να τους απομακρύνουν από τις παλιές τους γειτονιές και να τους οδηγούν σε διαφορετικά μονοπάτια. Δεν μπορούν, όμως, να ακυρώσουν τις αληθινές ανθρώπινες συνδέσεις.

 

Και η οδός Αριστοφάνους θα παραμένει πάντα εκεί, όχι μόνο ως ένας δρόμος της παλιάς μας γειτονιάς, αλλά ως ένα κομμάτι της ζωής μας που εξακολουθεί να μας ενώνει με ανθρώπους και στιγμές που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα.

 

Γιατί, τελικά, ο χρόνος δεν μας απομακρύνει πάντα από τους ανθρώπους. Μερικές φορές, μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τη θέση που είχαν και εξακολουθούν να έχουν στη ζωή μας.

 

Με αυτές τις παιδικές αναμνήσεις αποχαιρετώ κι εγώ με τη σειρά μου τον Άνθρωπο Δημοσθένη Δημοσθενοπουλο. 

 

 Καλό ταξίδι στην αιωνιότητα.

 

Τα φιλιά μου στην αγαπημένη μας κυρία Μαρίνα όπου όπως έγραψε και ο γιός του Χαριλαος Δημοσθενοπουλος "ήρθε η ώρα να σμιξετε και πάλι".