​​​​​​​

 

 

 

 

Ένα συγκινητικό ταξίδι στον χρόνο και στην Καβάλα μιας άλλης εποχής, γεμάτη από αρώματα, ιστορικά καταστήματα και θερινούς κινηματογράφους, προσφέρει μέσα από τα προσωπικά του βιώματα ο Χρήστος Διάφας.

 

Με μια ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Χρήστος Διάφας ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών του από την Καβάλα περασμένων δεκαετιών, περιγράφοντας την πόλη που αποτέλεσε τον τόπο των παιδικών του χρόνων.

 

Παρότι δηλώνει βέρος Θεσσαλονικιός, χαρακτηρίζει την Καβάλα ως τη δεύτερη πιο αγαπημένη του πόλη, ζωντανεύοντας μέσα από το κείμενό του εικόνες που έχουν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη των παλαιότερων κατοίκων.

 

Στην αφήγησή του, ο Χρήστος Διάφας στέκεται ιδιαίτερα στις γεύσεις και τα τοπόσημα της πόλης. Θυμάται τα καλοκαίρια στις παραλίες της Καλαμίτσας και του Παληού, τις προβολές στους θερινούς κινηματογράφους Ολύμπιον, Ροδόπη και Απόλλων, αλλά και εμβληματικά καταστήματα που άφησαν εποχή. 

 

Από τα τηγανητά μύδια στο Καρά Ορμάν και τη Ραψάνη, μέχρι το θρυλικό καφεκοπτείο του Ανανιάδη, το ζαχαροπλαστείο του Φέσσα και τα σουτζουκάκια μπροστά από τον Απόλλωνα, η περιγραφή του αποτελεί έναν αυθεντικό χάρτη της εμπορικής και κοινωνικής ζωής της παλιάς Καβάλας.

 

Επιστρέφοντας στην πόλη μετά από χρόνια, ο ίδιος διαπιστώνει τις αναπόφευκτες αλλαγές που έφερε ο χρόνος και η αστικοποίηση. Όπως σημειώνει, η ραγδαία ανοικοδόμηση και η αλλοίωση στις γειτονιές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την οδό 7ης Μεραρχίας και το 12ο Δημοτικό Σχολείο στον Άγιο Ιωάννη, του άφησαν μια διαφορετική αίσθηση, αποδεχόμενος ωστόσο ρεαλιστικά πως η εξέλιξη των αστικών κέντρων είναι αναπότρεπτη.

 

Αναλυτικά, η ανάρτηση του Χρήστου Διάφα αναφέρει τα εξής:

«ΚΑΒΑΛΙΩΤΗΣ ΚΑΤ' ΕΠΙΛΟΓΗ.

 

Αν και 101% Θεσσαλονικιός, η Καβάλα παραμένει η δεύτερη πιο αγαπημένη μου πόλη. Έζησα εκεί από δύο ετών μέχρι και την Δ' Δημοτικού, που ήλθε η πολυπόθητη μετάθεση του πατέρα μου και μετακομίσαμε πάλι στη γενέτειρα Θεσσαλονίκη. Από τότε και μέχρι την εφηβεία μου, πηγαίναμε στην Καβάλα σχεδόν κάθε καλοκαίρι για διακοπές, αφού οι δικοί μου είχαν αποκτήσει εκεί φίλους και οι παραλίες της Καλαμίτσας και του Παλιού είχαν τότε καταγάλανα, κρυστάλλινα νερά.

 

Πάντως, ακόμη και την εποχή που ζούσαμε μόνιμα στην Καβάλα, από την πόλη θυμάμαι κυρίως τα καλοκαίρια και τις γεύσεις της. Τους θερινούς κινηματογράφους Ολύμπιον, Ροδόπη και τον ημιθερινό Απόλλωνα, όπου οι δικοί μας μάς έκοβαν εισιτήριο άσχετα από το ποια ταινία παιζόταν, μόνο και μόνο για να γλιτώσουν για κανένα δίωρο από την παιδική βαβούρα.

 

Ακόμη, δεν ξεχνώ την ψαραγορά στο λιμάνι με τα θαλασσινά να σπαρταράνε, τα θεϊκά αρνίσια σουτζουκάκια κάποιου 'Γιώργου' -φάτσα στην είσοδο του Απόλλωνα- και το εστιατόριο 'Ο Μωριάς' σε μια πάροδο της Βενιζέλου που έβγαινε μέχρι την Ομονοίας. Εννοείται, τα τηγανητά μύδια στο Καρά Ορμάν και στη Ραψάνη και τη Μυροβόλο Άνοιξη με τις συγκλονιστικές της τρούφες.

 

Κάτι άλλο που δεν έχω ξεχάσει είναι οι πινακίδες: Φωτο Καπάϊος, Ξενοδοχείο Φίλιπποι, Υφάσματα Καλοταράνης, είδη σπιτιού Τσίρλης, καφεκοπτείο Ανανιάδη, πλυντήρια Τσιακατάρα, ζαχαροπλαστείο Φέσσα και άλλα.

 

Μάλιστα, κάποια από τα μαγαζιά είχαν και καλλιγραφικούς υπέρτιτλους στην ταμπέλα, με διευκρινίσεις που σήμερα δεν χρησιμοποιεί πια κανείς: ‘Εδώδιμα-Αποικιακά’, ‘Νεωτερισμοί’, ‘Είδη προικός’ κτλ.

 

Ύστερα βρέθηκα στο εξωτερικό για σπουδές και στη συνέχεια για δυο δεκαετίες στην Αθήνα. Όταν όμως επέστρεφα στη Θεσσαλονίκη, συνέχιζα αραιά και πού να παρασέρνω την παρέα μου για 160 χιλιόμετρα μέχρι την Καβάλα.

 

Όμως δεν ήταν πια το ίδιο. Η πόλη είχε αλλάξει. Είχε πέσει πολύ μπετόν και άσφαλτος. Νέες διανοίξεις, πρώην δρόμοι που έγιναν πεζόδρομοι και παντού φυτεμένα απόκρημνα πολυώροφα. Μάλιστα, την τελευταία φορά τρόμαξα να εντοπίσω ποια ακριβώς πολυκατοικία ήταν κάποτε η μονοκατοικία με τον γιγάντιο κήπο όπου μέναμε στην 7ης Μεραρχίας.

 

Ακόμη και το κτίριο του σχολείου μου, (το 12ο Πρότυπο Δημοτικό στον Άγιο Γιάννη), είχε διπλασιαστεί.

 

Λογικό. Σαν τι περίμενα δηλαδή; Ότι όλες οι άλλες πόλεις θα αλλάζουν και μόνον η Καβάλα θα μένει απαράλλαχτη για να μου θυμίζει εμένα την παιδική μου ηλικία;»