

Μια καθημερινή πρόκληση αποτελούσε η διάσχιση του ποταμού Νέστου για τους κατοίκους της περιοχής μέχρι και τη δεκαετία του 1960, προτού η κατασκευή γεφυρών αλλάξει οριστικά τον χάρτη των μετακινήσεων.
Στα τελευταία χρόνια λειτουργίας αυτού του αυτοσχέδιου συστήματος, ο ντόπιος περαματάρης ζητούσε τρεις δραχμές για να μεταφέρει τον κόσμο στην απέναντι όχθη. Το κόμιστρο ωστόσο μειωνόταν αισθητά τους καλοκαιρινούς μήνες. Όταν η στάθμη του νερού έπεφτε κάτω από το γόνατο, η διάσχιση μπορούσε να γίνει πλέον και με τα πόδια.
Το βασικό μέσο μεταφοράς ήταν μια ξύλινη πλατφόρμα, η οποία έμοιαζε με βάρκα και ήταν γνωστή στους ντόπιους ως σάλι. Με τη βοήθεια ενός μεγάλου ξύλου ή χρησιμοποιώντας ειδικά σχοινιά, η πλατφόρμα τραβιόταν χειροκίνητα με δύναμη μέχρι να φτάσει με ασφάλεια στην απέναντι όχθη.
Τα κύρια περάσματα βρίσκονταν στη Σταυρούπολη, εξυπηρετώντας κυρίως την πρόσβαση προς τα εύφορα χωράφια και τον Κεχρόκαμπο. Αντίστοιχο πέρασμα υπήρχε και στο Νεοχώρι για όσους κατευθύνονταν προς Πασχαλιά και Δρυμιά, ένα σημείο όπου τα νερά γίνονταν πιο επικίνδυνα όταν το ποτάμι φούσκωνε.
Ο κόσμος χρησιμοποιούσε αυτά τα περάσματα καθημερινά για να μεταβεί στα χωράφια, στις δουλειές, σε σπίτια συγγενών ή για να προσεγγίσει τους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Αυτός ο τρόπος μετακίνησης διατηρήθηκε ζωντανός μέχρι τη δεκαετία του 60, όταν οι γέφυρες χτίστηκαν παντού και πήραν τη θέση του περαματάρη.
Τις πληροφορίες και τη φωτογραφία από την Ένωση Αποστράτων Αστυνομικών, τις μοιράστηκε στα social media, ο Δημήτρης Γκαγκαλίδης.
