Με μια τοποθέτηση που ξεφεύγει από τα αυστηρά υπηρεσιακά πλαίσια, ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Παγγαίου, Χρήστος Μποσμπότης, παίρνει θέση για τον κλοιό των γραφειοκρατικών απαγορεύσεων που απειλεί τον πυρήνα των παραδοσιακών πανηγυριών.

 

Ο Χρήστος Μποσμπότης σχολιάζει το πώς οι ξαφνικές απαγορεύσεις και τα νομοθετικά εμπόδια αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των καλοκαιρινών γιορτών στην ελληνική ύπαιθρο. Αναδεικνύει την κοινωνική διάσταση της παράδοσης, προσεγγίζοντας το πανηγύρι όχι απλώς ως μια εκδήλωση, αλλά ως τον φυσικό χώρο της αυθεντικής συναναστροφής και της ανθρώπινης επαφής.

 

Παραλληλίζει τη ζωντάνια αυτών των συναντήσεων με τον ίδιο τον έρωτα, δανειζόμενος μάλιστα στίχους από τον Διονύση Σαββόπουλο. Η κριτική του εστιάζει στην αντίθεση ανάμεσα στους ψυχρούς κανόνες που συντάσσονται σε γραφεία και στην πραγματική ανάγκη των τοπικών κοινωνιών να διατηρήσουν τα έθιμά τους ζωντανά.

 

Όπως επισημαίνει μέσα από το κείμενό του, η ουσία χάνεται όταν το ενδιαφέρον επικεντρώνεται αποκλειστικά στην προστασία των τύπων. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις εγκυκλίους στο βίωμα που μοιράζονται οι άνθρωποι στις πλατείες και τα χωριά όλης της χώρας.

 

Αναλυτικά, η σχετική ανάρτηση του κ. Μποσμπότη αναφέρει τα εξής:

«Ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Παγγαίου, Χρήστος Μποσμπότης, σχολιάζει τον ασφυκτικό κλοιό των ξαφνικών απαγορεύσεων και των γραφειοκρατικών εμποδίων στα πανηγυρια. «Και στην τελική, τι είναι ο έρωτας; 

 

Είναι ένα καλοκαιρινό πανηγύρι. Είναι δύο βλέμματα που συναντιούνται κάτω από τα φώτα της πλατείας, ένα χέρι που απλώνεται στον χορό, μια καρδιά που χτυπά στον ρυθμό του βιολιού. Είναι αυτό που περιγράφει ο Διονύσης Σαββόπουλος: "Έλα στον χορό, θέλω να χορέψω, θέλω να ενωθώ".

 

Γι' αυτό μοιάζει παράδοξο να προστατεύεις τους τύπους και να πληγώνεις την ουσία. 

 

Γιατί το πανηγύρι δεν είναι μόνο μουσική και τραγούδι. Είναι η μυρωδιά από τα κάρβουνα που μπερδεύεται με το γιασεμί, είναι το σουβλάκι που μοιράζονται φίλοι και ερωτευμένοι, είναι η αφορμή να καθίσουν όλοι στο ίδιο τραπέζι και να γίνουν μια παρέα.

 

Αν αφαιρέσεις όλα όσα κάνουν το πανηγύρι ζωντανό, τι μένει; Μια γιορτή χωρίς γεύση, σαν έρωτας χωρίς άγγιγμα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο θλιβερό: ότι μια νομοθεσία που γράφτηκε πίσω από γραφεία δυσκολεύεται να καταλάβει αυτό που ξέρει κάθε νησί, κάθε χωριό και κάθε πλατεία της Ελλάδας. 

 

Ότι τα πανηγύρια δεν είναι μια εκδήλωση. Είναι ο τρόπος που συναντιόμαστε, αγαπιόμαστε και γινόμαστε για λίγο ένα. Και κανείς δεν ερωτεύτηκε ποτέ μέσα σε μια εγκύκλιο. Ερωτεύτηκε σε ένα πανηγύρι.»