Η Ελλάδα φαντάζει στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών της ως μια χώρα δομημένη πάνω σε βαθιές ανισότητες, όπου ο παραγόμενος πλούτος καταλήγει στα χέρια των λίγων και τα φορολογικά βάρη συνθλίβουν τους συνήθεις υπόπτους. 

 

Αυτό είναι το κεντρικό, αμείλικτο συμπέρασμα που αναδεικνύει η νέα μεγάλη έρευνα με τίτλο «Οικονομική Δικαιοσύνη» που διεξήγαγε το Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή, αποτυπώνοντας μια κοινωνία που ασφυκτιά οικονομικά και απαιτεί ριζικές αλλαγές στο μοντέλο ανάπτυξης.

 

Οι αριθμοί αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά. 

 

Το 80,4% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει την Ελλάδα άδικη χώρα, καταγράφοντας σημαντική άνοδο από το 74,5% του 2021, ενώ ένα εντυπωσιακό 84% θεωρεί ότι οι αδικίες εντός των συνόρων είναι πολύ μεγαλύτερες σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. 

 

Η προσωπική οικονομική δυσπραγία είναι εμφανής, με το 63,4% να δηλώνει δυσαρεστημένο από την κατάστασή του. Την ίδια στιγμή, εδραιώνεται η πεποίθηση πως το σύστημα λειτουργεί ετεροβαρώς, καθώς το 81,9% πιστεύει ότι ο πλούτος κατανέμεται άδικα υπέρ των επιχειρηματιών εις βάρος των εργαζομένων, και το 82,2% εκτιμά ότι η σημερινή κρατική πολιτική πριμοδοτεί τις μεγάλες επιχειρήσεις.

 

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κοινωνική απαίτηση για φορολογική δικαιοσύνη λαμβάνει διαστάσεις καθολικού αιτήματος. 

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 86,5% ζητά ευθέως την αύξηση της φορολογίας στους πλούσιους για να στηριχθούν οι πιο αδύναμοι, ενώ το 87,1% νιώθει πως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι είναι αυτοί που σηκώνουν σχεδόν αποκλειστικά το φορολογικό βάρος. 

 

Παράλληλα, καταγράφεται μια σαφής στροφή προς τον κρατικό σχεδιασμό, τον οποίο προκρίνει το 48,9% έναντι του 41,6% που επιλέγει την ελεύθερη αγορά. 

 

Η απαίτηση για κρατικό έλεγχο αγγίζει σχεδόν την ομοφωνία στα βασικά αγαθά: ξεπερνά το 90% σε παιδεία, ύδρευση και υγεία, φτάνει το 87,8% στην κοινωνική ασφάλιση και διατηρείται εξαιρετικά υψηλά στην ενέργεια με 77,5% και στις επίγειες μεταφορές με 72,3%. 

 

Το μοναδικό πεδίο όπου πλειοψηφεί η επιλογή του ιδιωτικού τομέα είναι οι αεροπορικές μεταφορές με 56,8%.

 

Όταν η συζήτηση περνάει στην καθημερινότητα και την αγορά εργασίας, η πίεση γίνεται ακόμη πιο ορατή. Μόλις το 36,7% νιώθει ότι αμείβεται δίκαια για τη δουλειά του. 

 

Στην ιεράρχηση των μεγαλύτερων αδικιών που μαστίζουν τη χώρα, οι πολίτες τοποθετούν στην κορυφή τους χαμηλούς μισθούς που δεν επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση με 60,7%, και αμέσως μετά το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης για τους ενοικιαστές με 57,7%. Ακολουθούν η έλλειψη αξιοκρατίας, οι φορολογικές ανισότητες και η υποαπασχόληση των νέων. 

 

Ειδικά για το φλέγον ζήτημα της στέγης, οι πολίτες προκρίνουν ως λύσεις τα χαμηλότοκα δάνεια για πρώτη κατοικία, την επιβολή πλαφόν στα ενοίκια και την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

 

Η έρευνα ρίχνει φως και στις βαθιές ιδεολογικές και κοινωνικές πεποιθήσεις της εποχής. 

 

Το 66,4% αρνείται να δεχτεί τις ανισότητες ως ένα φυσικό φαινόμενο, αποδίδοντάς τες στο ίδιο το σύστημα, ενώ η πλειοψηφία συνδέει άρρηκτα την ατομική ελευθερία με την απαλλαγή από τη φτώχεια και το ισχυρό κοινωνικό κράτος. 

 

Σε επίπεδο πολιτικής εμπιστοσύνης, η σοσιαλδημοκρατία προηγείται ως το μοντέλο που μπορεί να εγγυηθεί μια δικαιότερη ανάπτυξη συγκεντρώνοντας 20,6%, αφήνοντας πίσω τον σοσιαλισμό και τον φιλελευθερισμό. 

 

Ταυτόχρονα, η Κεντροαριστερά και η Αριστερά δείχνουν να διαθέτουν το προβάδισμα αξιοπιστίας σε ζητήματα όπως η μείωση των ανισοτήτων, το δίκαιο συνταξιοδοτικό και η φορολογική δικαιοσύνη.

 

Συνολικά, τα δεδομένα της έρευνας —η οποία υλοποιήθηκε από την εταιρεία aboutpeople τον Απρίλιο του 2026 σε δείγμα 1504 ατόμων από ολόκληρη τη χώρα— στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η κοινωνία δεν μετρά την ανάπτυξη με ψυχρούς δείκτες της αγοράς, αλλά απαιτεί ουσιαστική προστασία, αξιοπρέπεια και ένα κράτος που θα διασφαλίζει συνθήκες πραγματικής οικονομικής δικαιοσύνης για τους πολλούς.