γράφει ο

Κώστας Παπακοσμάς

 

Αυτός ο τόπος έχει ανάγκη την μνήμη , έχει ανάγκη αλλά και καθήκον, να την διαφυλάττει και να την μεταλαμπαδεύει στις γενιές που έρχονται. 

 

Η ηλεκτρονική αλλά και η έντυπη καταγραφή θεμάτων Ιστορίας και Πολιτισμού, σηματοδοτεί την προσπάθεια μιας δημιουργικής πρωτοβουλίας πολλών ανθρώπων και με αποδέκτες το πολυτιμότερο τμήμα του πληθυσμού, τα παιδιά μας, τη νέα γενιά. Λιθαράκι  μικρό για ένα καλύτερο αύριο για την κοινωνία.

 

Η Καβάλα είναι οι άνθρωποι της .. είναι η ιστορία στους δρόμους, στα μνημεία στα.. τοπία αλλά και στα ..καφενεία. Φημισμένο το καφενείο του Ηρακλή Βαλτά στην οδό Αμύντα , στο κέντρο της πόλης.

 

Κάπου εκεί που σήμερα είναι ο χώρος της Δημοτικής αγοράς, για τους νεότερους.. Τόπος συνάντησης, συζήτησης και οινοποσίας, για να πάνε τα “φαρμάκια κάτω..” που λέει ο λαός.. Τέλη Φεβρουαρίου του 1982 η φωτογραφία.. με την ρετσίνα να κοστίζει 36 δραχμές, το κρασί 44.. το βερμούτ 62. 

 

Τα νεροπότηρα και κρασοπότηρα στον πάγκο και η φωτογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου, πίσω στο ντουλάπι του καφενείου.. του Βαλτά , που με καμάρι κοιτάζει τον φωτογραφικό φακό του Άρη Σιδέρη. (Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΒΔΟΜΗ” τον Μάρτιο του 1982).

 

Δίνω το λόγο στους συμπολίτες μας που έγραψαν:

Νίκος Τσουμπάκης: “Την περίοδο της Κατοχής 1941-1944 δούλεψε ο παππούς μου.(η γωνία απέναντι από την ΚΡΕΚΑ)”.

 

Γιάννης Τερζανίδης: “ Τι όμορφες εικόνες, πόσες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια οι οποίες δεν θα σβήσουν ποτέ..... ευχαριστούμε πολύ για το όμορφο ταξίδι!!».

 

Ελευθέριος Παπαγιαννάκης: “Οι μερακλήδες πότες, το 1980, έφερναν το μεζεδάκι τους, τους σέρβιρε μία ""μισή"", δηλ. μισό κιλό ρετσίνα, από τα 4- 6 βαρέλια ρετσίνα Ρόδου "ΚΑ'Ι'Ρ," 

Πάντα είχε καβάντζα ρετσίνα καθώς ήταν δύσκολος ο εφοδιασμός. Εμείς οι νέοι θέλαμε από το καινούργιο βαρέλι, ενώ οι γνώστες πότες απο αυτό που τελείωνε, άλλη γεύση έλεγαν. Από παλιές δόξες μπαίνοντας δεξιά στον τοίχο, είχε ένα παλιό Βιεννέζικο μεγάλο καθρέπτη. Πάντα κιμπάρης, μέχρι να γεμίσει η νταμιτζάνα, πάντα κερνούσε ένα ποτηράκι, έτσι για το καλό”.

 

Βασίλης Ευστρατίου: “Ηρακλής Βάλτας η Μπαλτάς, "χρυσόμυγας" το παρατσούκλι του. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά την δεκαετία του'80 στο ίδιο του το καφενείο. Ευγενέστατος κύριος, φυσιογνωμία βγαλμένη από σήριαλ εποχής!”.

 

Δημοσθένης Βαρδαβούλιας: “Απέναντι από το καφενείο των κυνηγών. Το περίφημο "Κέντρο Κυνηγών". Είχα δεν είχα συμπληρώσει τα πέντε, και με έπαιρνε μαζί του ο συνονόματος παππούς μου και φανατικός κυνηγός Δημοσθένης (Τζεναλής), να ακούω με τις ώρες, πίνοντας πορτοκαλάδα, παραμυθένιες ιστορίες, για περάσματα, για τρυγόνια, ορτύκια, μπεκατσίνια, για τη Βάσοβα, το Ατζίσου και το Οκτσιλάρ. 

 

Κατά το μεσημεράκι και πριν πάρουμε την ανηφόρα με τα πόδια για τον Π. Ηλία, μου έλεγε: Μικρέ, πάμε απέναντι στον Ηρακλή (έτσι τον έλεγαν όλοι και όχι Ηρακλή), να πιώ ένα με γλυκάνισο, αλλά πρόσεξε κακομοίρη μου δεν θα το πεις στη γιαγιά. 

 

Εκεί ανάμεσα σε ξύλινα βαρέλια, άλλα στοιχισμένα σε δυο σειρές πάνω κάτω στον αριστερό μπαίνοντας τοίχο και άλλα όρθια στο πάτωμα σε ρόλο τραπεζιού, ανάμεσα σε έντονες αναθυμιάσεις του αλκοόλ, σε διάσπαρτες χούφτες με φιστίκια, δίπλα στα καρτούτσο και τα ποτήρια, για να μη το πίνουν ξεροσφύρι οι πελάτες, ή σπανιότερα καμιά τσιγαρισμένη μαρίδα, ήμουν η αγαπημένη μασκότ της φτωχολογιάς και τα αυτιά μου δεν μπορούσαν να χωρέσουν το διάχυτο στην ατμόσφαιρα παράπονο, την καρτερία και, πότε πότε, την οργή. 

 

Κανά δυο φορές βούτηξα και το δάχτυλο στο ποτήρι του παππού δοκιμάζοντας αν το γλυκάνισο ήταν σε σωστή αναλογία (μάλλον αυτό φταίει για το σήμερα). 

 

Στο σπίτι δεν έλεγα κουβέντα. Αλλά η γιαγιά Αλεξάνδρα πάντα καταλάβαινε το τι έγινε απ' την αναπνοή του παππού και το κέφι του. Γύρω στο 1965 όλα αυτά. Καλή σου ώρα μπάρμπα Ηράκλη, καλή σου ώρα παππού, όπου και αν είστε τώρα.....”.

 

Στέλιος Μάλτσος: “Εγώ από τον Βαλτά  πήγαινα και μάζευα τον πατέρα μου και πάντα κουβαλούσε 2 ματσάκια κρεμμυδάκια και ένα μαρούλι και ραπανάκια εδώ δεν είχαμε να φάμε και ραπανάκια για την όρεξη μας έφερνε από την Πτολεμαίου ανέβαινε για το σπίτι ή από την Ομόνοια.

Παναγιώτης Φώτου: “Το ταβερνάκι του Βαλτά ήταν ακριβώς στην γωνιά Αμύντα και Καράνου και σώζετε μέχρι σήμερα αλλά με άλλη δραστηριότητα . Πράγματι η Ιστορία αυτής της πόλης είναι οι διαδοχικές αλλαγές της εικόνας της αλλά περισσότερο νομίζω οι άνθρωποι που έζησαν σ αυτήν με τις μικρές ιστορίες του ο καθένας”.

 

Γιώργος Μαστοράκης: “Θυμάμαι και εγώ με την σειρά μου, στης αρχές του '80 ψευτόμαγκες τότε πιτσιρικάδες μας σέρβιρε τα "μπερδεμένα" διάφορα γλυκόπιοτα , λικέρ με βερμούτ ίσως και λίγο κρασί μαζί, σε μικρά νεροπότηρα . Πέντε δραχμές το ποτήρι”. 

 

Παπαδόπουλος Βαγγέλης: “ Ήταν τρία αδέλφια πράγματι, ο Ηρακλής και προστάτης της οικογένειας. Ο Κώστας που θρησκευόταν και γύριζε στους δρόμους έχοντας στο εσωτερικό του σακακιού του έναν τεράστιο σταυρό με τον ανάγλυφο εσταυρωμένο και η Καίτη Μπαλτά η μονάκριβη αδελφή τους, κοκέτα και ευγενική. Φιγούρες του Ντοστογιέφσκι και του Δούμα από μια αξέχαστη εποχή στην Καβάλα”.

 

Γιάννης Τζανίδης: “ Η κυρία Καίτη και ο αδελφός της Ηρακλής έμεναν πίσω από το 5ο Δημοτικό σχολείο. Μου έδινε γραμματόσημα θυμάμαι.”

 

Κοσμάς Π. Θασίτης: “Σας ευχαριστούμε, κ. Παπακοσμά. Συνεχίστε να φέρνεται στην επιφάνεια το παρελθόν της ευλογημένης αυτής πόλεως. Θησαυρός ανεκτίμητος η προσπάθειά σας. Μην σταματάτε αυτή τη προσπάθεια που κάνετε γιατί αξίζει να μαθαίνουν οι νεότερες γενιές”.

 

Εύρη Μανάφη: “Αμύντα με Καράνου ήταν το καφενείο του Μαρινόπουλου. Δεν ξέρω Κώστα αν εννοείς αυτό, αν είχε και άλλη ονομασία η αν ήταν συνεταιρικό με κάποιον άλλον ..Το θυμάμαι πάρα πολύ καλά γιατί πήγαινε ο πατέρας μου. Στέκι και των κυνηγών. Εξηνταπέντε και πλέον χρόνια πριν, όπως θυμάμαι και δύο τρία μαγαζιά πιο πάνω κ επί της Αμύντα ήταν το οπλοπωλείο του Τζελάτη.”