γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Εχθές μού ήρθε απ’ τη ΔΕΗ, παιδιά, ένα φιρμάνι
και λέει το ρεύμα το ’καναν, χρωματιστό χαρμάνι.
(Τις λέξεις τις τουρκογενείς, να χρησιμοποιήσω,
τον φίλο, πια, τον Ερντογάν, για να ευχαριστήσω.
Όπως και για τα «γιαλαντζή», μίλησε ο Κυριάκος
και ο Ρετζέπ σαν τ’ άκουσε, ήταν χαρά γεμάτος).
Και το φιρμάνι μού ’λεγε, χρώματα να διαλέξω,
περίπου όπως στον ΟΠΑΠ, που πάω για να παίξω.
Κι ανάλογα το χρώμα μου, το ρεύμα θα πληρώνω
και δε θα φταίω, λέει η ΔΕΗ, άμα σε τσεκουρώνω.
Κι ο νους μου πάει στο πονηρό, μπήκα στην υποψία,
μη λέν’ αυτοί οι αδίστακτοι, έχω αχρωματοψία;
Σα να μού λένε, να ο λαχνός και κουτουράδα τράβα,
αλλά φοβάμαι μην τυχόν και…λάκκο έχει η φάβα.
Μού βάλανε πρώτα το μπλε και δύο πρασινάκια,
κίτρινο και πορτοκαλί κι άλλα τρία ασπράκια.
Και ποιο να βάλω ο φουκαράς, το δεύτερο, το πρώτο,
δε μοιάζει να πηγαίνουμε, να παίξουμε το ΛΟΤΤΟ;
Προς το Μαντείο των Δελφών, να πάω στην Πυθία
ή στους Φιλίππους να διαβώ, στην Άγια Λυδία;
Για να μού δώσουν τον χρησμό, τον έμπιστο στο χέρι
και να μού πούνε καθαρά, ποιο χρώμα με συμφέρει;
Κι έτσι, τα λόγια άκουσα, της μάντισσας Πυθίας,
μού ’πε, το μπλε είναι για οπαδούς, της Νέας Δημοκρατίας.
Όσο, λέει, για το πράσινο, είναι για πασοκτσήδες,
το κίτρινο για ύποπτους και…άλλους μπαταχτσήδες.
Αν πεις για το πορτοκαλί, είναι πολλών κομμάτων,
Σύριζα, Νέα Αριστερά κι άλλων τινών δογμάτων.
Το άσπρο είναι Αποχή, όπως κατά κανόνα,
δε θέλεις ρεύμα κι η ΔΕΗ, σού βγάζει τη χελώνα.
Της λέω, κυρά μάντισσα, έχω μια απορία,
δεν έβαλαν το κόκκινο, ποια είναι η αιτία;
Και η Πυθία χτύπησε, τότε δυο τρεις κουδούνες
κι είπε με δυνατή φωνή, αυτό είναι…για κομμούνες.
Αν το ’βαζαν θα το ’παιρνε, των Κινεζών η χώρα
και δε θα έμενε για εσάς, ούτε κιλοβατώρα.
Και μού ’πε, άκου τέκνο μου, ο νους σου εκεί δε φτάνει,
ότι αυτά τα κάνουνε, πάντα οι τσαρλατάνοι;
Που στα Χρηματιστήρια, δώσανε την ψυχή τους,
μπροστά στο κέρδος αψηφούν, μέχρι και τη ζωή τους;
Όλα του κόσμου τ’ αγαθά, μέσα εκεί τα βάζουν
κι ανάλογα τα γούστα τους, τ’ ανεβοκατεβάζουν.
Σιτάρι και πετρέλαιο, μια έχουν σημασία,
όχι του κόσμου το ψωμί, μα η κερδοφορία.
Το ρεύμα δεν τη γλίτωσε, οι υπουργοί ας το δούνε,
το κάνανε με χρώματα, για να αισχροκερδούνε.
Και μού ’δωσε τη συμβουλή, μην κάτσω εγώ και σκάσω
το έγχρωμο φιρμάνι μου, στο…«μέρος» να κρεμάσω.
Και έξαλλος εφώναξα και αγανακτισμένος,
ποιος είν’ ο κύκλος των κλεπτών, ποιος ο καταραμένος;
Οι…πράσινες, οι κόκκινες, οι θαλασσιές οι χάντρες,
που πάντα μάς τη φέρνουνε, ετούτοι οι αντάρτες.
Να πάνε στον…αγύριστο, τους δίνουμε τα ναύλα,
οι άρπαγες και πονηροί, οι πράττοντες τα ΦΑΥΛΑ.