

Τις δικές του απόψεις και προτάσεις καταθέτει το παράρτημα Ανατολικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ) στη διάρκεια της διαβούλευσης νομοσχεδίου σχετικά με τις βοσκήσιμες γαίες στη χώρα. Αν και συμφωνεί σε πολλά σημεία, τα οποία και απαριθμεί, εντούτοις το ΓΕΩΤΕΕ τονίζει ότι ως θεσμοθετημένος σύμβουλος της Πολιτείας διαφωνεί με πολλά από τα όσα προβλέπει το νομοσχέδιο. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι είναι λάθος να εμπλέκεται το καθεστώς διαχείρισης των βοσκήσιμων εκτάσεων με το καθεστώς των επιδοτήσεων αφού οι λεγόμενοι «επιλέξιμοι βοσκότοποι» δίνονται σε πολλές περιπτώσεις εικονικά.
Ακολουθεί η επίσημη θέση του τοπικού ΓΕΩΤΕΕ έτσι όπως αυτή κατατέθηκε στη διοίκηση του Επιμελητηρίου καθώς και στις διοικήσεις των Περιφερειών Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης:
Το παράρτημα Ανατολικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας υπηρετώντας τον θεσμοθετημένο ρόλο που έχει, ως του συμβούλου σε θέματα πρωτογενούς παραγωγής και προστασίας περιβάλλοντος (Ν.1474/1984) στην Ανατολική Μακεδονία, συμμετέχει στην διαβούλευση του σχεδίου νόμου που αφορά τις «βοσκήσιμες γαίες Ελλάδας και άλλες διατάξεις» και σας κοινοποιεί τις απόψεις του, όπως αυτές μας έχουν ζητηθεί.
Απόψεις επί του σχεδίου νόμου «Βοσκήσιμες Γαίες Ελλάδας και άλλες διατάξεις»
Στα μεσογειακά οικοσυστήματα η βόσκηση αποτελεί μία από τις πολλές δραστηριότητες που ασκούνται εντός των δασών και των δασικών εκτάσεων με την προϋπόθεση ότι πραγματοποιείται σύμφωνα με τα μέτρα και τους κανόνες της δασικής νομοθεσίας, στο πλαίσιο της ορθολογικής διαχείρισης των εκτάσεων αυτών. H κατ’ εξαίρεση χρήση των δασικών οικοσυστημάτων, για αγροτική εκμετάλλευση (μέρος της οποίας αποτελεί η κτηνοτροφική), σε σχέση με τον προορισμό τους προβλέπεται και από την παράγραφο 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος. Σήμερα όμως αυτή η εξαίρεση εντάθηκε διότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πεδινών βοσκήσιμων γαιών άλλαξε χρήση και από βοσκότοποι έγιναν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, οπότε οι κτηνοτρόφοι στράφηκαν στα δάση και τις δασικές εκτάσεις .
Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό την άσκηση της βοσκής στην Ελλάδα από τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης και συνεπώς η διαδικασία των επιδοτήσεων των κτηνοτρόφων στη νέα ΚΑΠ θα πρέπει να ισχύει και στις περιπτώσεις που οι βοσκότοποι είναι δάση και δασικές εκτάσεις. Η βόσκηση ως πρακτική είναι πανάρχαια στην χώρα μας και δίνει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στην κτηνοτροφία όσον αφορά τη μείωση του κόστους παραγωγής, τη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων (γάλα, κρέας κ.λ.π.), βασιζόμενη στην πλούσια χλωρίδα της χώρας μας και συμβάλλοντας στην αειφορική διαχείριση και διατήρηση του περιβάλλοντος. Στη σύγχρονη εποχή με τον ισχυρό μονοπωλιακό ανταγωνισμό, τη μεγιστοποίηση των μονάδων παραγωγής και τις ανοικτές αγορές δεν θα μπορέσει να επιβιώσει η Ελληνική μικρή και κατακερματισμένη κτηνοτροφία και εκμετάλλευση χωρίς την πραγματική χρήση των βοσκοτόπων και την λήψη εξισωτικών και άλλων ενισχύσεων. Συνεπώς ο στόχος της αυτάρκειας, ή έστω της σχετικής επάρκειας σε εγχώρια κτηνοτροφικά προϊόντα, ξοδεύοντας χρήματα που δεν περισσεύουν στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που περνάει η χώρα, δεν καθίσταται εφικτός.
Η φιλοσοφία του νομοσχεδίου δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση καθώς εμπλέκει το καθεστώς της διαχείρισης των βοσκήσιμων εκτάσεων με το καθεστώς των επιδοτήσεων, όπως αυτό προέκυψε με την νέα ΚΑΠ που προκάλεσε αυτήν τη στρέβλωση. Το αδιέξοδο της καταβολής των επιδοτήσεων στους κτηνοτρόφους έρχεται εκ των υστέρων να επιλυθεί με άλλους τρόπους. Με το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου η δραστηριότητα της βόσκησης επικεντρώνεται στη λογική της εύρεσης επιλέξιμων βοσκοτόπων οι οποίοι θα δίνονται στις περισσότερες περιπτώσεις εικονικά (και όχι πραγματικά για να βοσκηθούν) στους κτηνοτρόφους προκειμένου αυτοί να πάρουν τις άμεσες ενισχύσεις όπως προβλέπει η Νέα ΚΑΠ (απαιτείται η ύπαρξη βοσκοτόπων για την καταβολή αυτών), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν οι βοσκότοποι αυτοί χρησιμοποιούνται πραγματικά (π.χ. για νομαδική κτηνοτροφία) ή δεν χρησιμοποιούνται καθόλου (π.χ. ενσταβλισμένη κτηνοτροφία). Αυτά τα δύο είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα γιατί το πραγματικό αντικείμενο της βόσκησης έχει επιστημονικό υπόβαθρο και είναι δασικό στοχεύοντας στην αειφορική διαχείριση του δάσους και σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με λογιστικούς υπολογισμούς των επιλέξιμων βοσκοτόπων.
Άλλωστε τα προαναφερόμενα αφενώς προβλέπονται από το άρθρο 103 Ν.Δ.86/1968 του Δασικού Κώδικα, αφετέρου τα ζώα συνήθως βόσκουν τόσο σε επιλέξιμους όσο και σε μη επιλέξιμους βοσκοτόπους. Οπότε θα πρέπει τα ζώα που δεν χρησιμοποιούν πραγματικά τους βοσκοτόπους (ενσταβλισμένα) να μην επιδοτούνται στην Νέα ΚΑΠ με βάση την θεωρητική χρήση εκτάσεων βοσκοτόπων, διότι έτσι θα στερούν βοσκοτόπους από την νομαδική μας κτηνοτροφία που όντως τους χρησιμοποιεί.
Η βοσκή είναι επιτρεπτή στον δασικό χώρο δραστηριότητα, με την προϋπόθεση ότι πραγματοποιείται σύμφωνα με τα μέτρα και τους κανόνες που τίθενται από τη δασική νομοθεσία, στα πλαίσια της ορθολογικής και ισόρροπης διαχείρισης του χώρου αυτού. Για το λόγο αυτό ασκείτο ως δραστηριότητα ελεύθερα, με τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων και για τις περιοχές που υπήρχαν δεσμεύσεις και ίσχυαν περιορισμοί ως προς την διαχείριση τους, που απέρρεαν από τη δασική νομοθεσία.
Το παράρτημα Ανατολικής Μακεδονίας, στο πλαίσιο της διαβούλευσης του νέου νομοσχεδίου, πραγματοποίησε συσκέψεις για την ανταλλαγή απόψεων με συναδέλφους Γεωτεχνικούς των εμπλεκόμενων κλάδων. Τους ευχαριστούμε όλους για την συμμετοχή και συγκεντρώνοντας το αποτέλεσμα των συσκέψεων παραθέτουμε τα παρακάτω.
Διαφωνούμε όμως και με τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου που αφορούν:
Κλείνοντας τα σχόλια μας επί του ανωτέρω νομοσχεδίου όσον αφορά τις διατάξεις του, σχετικά με τους βοσκοτόπους και την κτηνοτροφία, θέλουμε να τονίσουμε ότι διαφωνούμε με την λογική του νόμου που προτίθεται να επιλύσει εκ των υστέρων, το πρόβλημα των επιλέξιμων βοσκοτόπων, προχωράει στην αποκοπή των βοσκοτόπων από την δασοπονική επιστήμη με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα επιφέρει τόσο στα δάση όσο και στους βοσκοτόπους και στους κτηνοτρόφους. Η εφαρμογή στην πράξη του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου «Βοσκήσιμες γαίες Ελλάδας και άλλες διατάξεις», θα σημάνει και την εντός δεκαετίας οπισθοδρόμηση των ελληνικών δασών στις συνθήκες που επικρατούσαν το 1930.
Λύσεις υπάρχουν για την χορήγηση των επιδοτήσεων στους κτηνοτρόφους μας και τις αναφέρουμε στο παραπάνω κείμενο μας. Το σωστότερο όμως για την Ελληνική πολιτεία θα ήταν να λύσει πρώτα το θέμα της σύνταξης Εθνικού Δασολογίου και Κτηματολογίου, να καταρτίσει Σχέδιο Χωροταξικών Χρήσεων Γης και στην συνέχεια να δεχτεί και να εφαρμόσει μια ΚΑΠ όπου οι επιδοτήσεις θα δίνονται με βάση τις βοσκήσιμες εκτάσεις και τα βοσκοτόπια. Αυτές τις διαδικασίες έχουν ήδη εφαρμόσει εδώ και χρόνια οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες και δεν έχουν προβλήματα στην προσαρμογή τους στην Νέα ΚΑΠ. Στην χώρα μας όμως συνέβη το αντίθετο ξεκινώντας από την εφαρμογή της Νέας ΚΑΠ χωρίς να υπάρχουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις (Δασολόγιο, Κτηματολόγιο, Χωροταξικός σχεδιασμός κ.λ.π.), για αυτό και τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις ψηφίζοντας νομοσχέδια που πιστεύουμε ότι θα μπαλώσουν τα προβλήματα, αλλά στην ουσία θα προκαλέσουν πολλά περισσότερα και δυσεπίλυτα.
Διατάξεις του σχεδίου νόμου που αφορούν τον ΕΛΓΑ
Στο ίδιο σχέδιο νόμου εντοπίσαμε και αρκετές τροποποιητικές διατάξεις που αφορούν τον ΕΛΓΑ και το έργο του. Πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 16 παρ.4 του εν λόγω νομοσχεδίου δίνεται η δυνατότητα στον ΕΛΓΑ να προσλαμβάνει εποχιακό προσωπικό αποτελούμενο από τεχνολόγους γεωπονίας (ανεξαρτήτου ειδίκευσης, χωρίς αντίστοιχη εμπειρία και ασχέτους με το αντικείμενο) για την εκτιμητική διαδικασία των ζημιών. Αν μη τι άλλο είναι πολύ άδικο να εξισώνεται η επιστημονική κατάρτιση και επάρκεια των αποφοίτων των Γεωπονικών και Κτηνιατρικών Σχολών 5ετούς φοίτησης των Πανεπιστημίων με τους αποφοίτους Τεχνολογικών Ιδρυμάτων 3ετούς και 4ετούς φοίτησης για λόγους μικροπολιτικού οφέλους.
Έτσι θα επέλθει μια άνευ προηγουμένου ισοπέδωση προς τα κάτω της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών του ΕΛΓΑ προς τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους καθιστώντας την εκτιμητική διαδικασία λιγότερη αξιόπιστη, κάτι το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την μετέπειτα απαξίωση του Οργανισμού. Ειδικότερα στις μέρες μας που ο ΕΛΓΑ είναι ένας από τους λίγους φορείς του δημοσίου στον οποίο μπορούν να στηριχτούν οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι της χώρας μας, που καλείται να διαδραματίσει έναν πολλαπλό ρόλο στα γεωργοκτηνοτροφικά τεκταινόμενα. Αν το Υπουργείο επιθυμεί την αναβάθμιση του οργανισμού, τότε αυτή δεν μπορεί να γίνει με την χρήση επιστημονικού προσωπικού κατώτερης εκπαιδευτής βαθμίδας, χαμηλής επιστημονικής κατάρτισης, χωρίς σχετική εμπειρία και σχετικότητα με το αντικείμενο (π.χ. τεχνολόγους γεωπονίας θερμοκηπιακών καλλιεργειών). Δεν είναι δυνατόν λοιπόν στο βωμό των μικροπολιτικών συμφερόντων να θυσιαστεί η υποβάθμιση της εκτιμητικής διαδικασίας που θα οδηγήσει στην τελική απαξίωση του ΕΛΓΑ δημιουργώντας πολλαπλάσια προβλήματα τόσο στον ίδιο τον οργανισμό και στο Υπουργείο, όσο και στην γεωργία και κτηνοτροφία της πατρίδας μας. Για αυτούς τους λόγους προτείνουμε την απόσυρση αυτής της διάταξης.
Ο Πρόεδρος της Δ.Ε. του ΓΕΩΤΕ.Ε. Ανατολικής Μακεδονίας
Ζαφείρης Μυστακίδης