γράφει ο 

Δημήτρης Λυμπεράκης 

 

Νοσταλγώ συχνά τώρα τελευταία..

 

Τους ήχους που αγκάλιασαν τα βήματά μου, τα λόγια που με οδήγησαν σε όσα δύσκολα μονοπάτια ακολούθησα, τις μυρωδιές που ανάβλυσαν από εδάφη και σώματα, τη γεύση της παλιοπαρέας, του βουνίσιου αγέρα και του ξεχασμένου χαρταετού..

 

Κι αναδύεται η μνήμη απ του νου τις αρματωσιές, ημερεύει τα ξαστοχίσματα που μαρμάρωσαν, λίγο πριν την πτώση…. αυτήν ,την καθημερινή πτώση κι όχι την άλλη την προπατορική, την ουτοπική… διεκδικεί η μνήμη το δικαίωμα στην αμαρτία….

 

Μεγάλωσα μάλλον.. Κι άρχισα του νου τις περιπλανήσεις. Γι αυτό και νοσταλγώ τις αμαρτίες που δεν θέλησαν να γίνουν κόλαση, τις ανάσες και τους ήχους που στέγνωσαν σε ήλιους κατακόκκινους και μετά χάθηκαν ανομολόγητα, έγιναν ανολοκλήρωτες σκιές μιας ευχής που δεν υλοποιήθηκε, μιας προσευχής που δεν ανέβηκε αλλά εγκλωβίστηκε..

 

Μεγάλωσα μάλλον.. Το λέω δυνατά .Ακούω το παράπονό μου. Όχι γιατί δεν γέμισε η ψυχούλα μου αγάπη, αλλά να, είναι που δεν γνώρισα νόστο, μόνο φυγή γνώρισα μέσα από τις αφηγήσεις των παππούδων μου. Δε γνώρισα κάθαρση, μόνο παθήματα και έλεο για τους συνεχείς ξεριζωμούς μου. Το σώμα της χώρας μου πεδίο βολής, όπου ασκούνταν όσοι στόχευαν στην αθωότητα της καθημερινότητάς της.  .. Κι εκείνη,  η χώρα μου,  άθροισμα δρυών, κισσών και κοχυλιών. 

 

Μερικές φορές μονολογώ στ ανοιχτό προς το Παγγαίο παράθυρό μου.. άλλοτε φωνάζω , δυνατά, για να μ ακούω, επιβεβαιώνοντας την ιστορική συνέχεια της γλώσσας μου. Φωνάζω Φίλιππος , Αλέξανδρος, Διόνυσος! Αυτά τα Σίγμα της γλώσσας μου στάζουν ήχους πετρωμένους στους αιώνες και γδέρνουν την αστική ευγένεια με την οποία έντυσα τις μέρες μου. Από κοντά οι Κένταυροί μου, το Βυζάντιο, η Αγιά- Σοφιά των εσπερινών μου, η Ιωνία μου που κουνάει λευκό μαντήλι, το ηλιοβασίλεμα στο Αιβαλί μου.

 

Και κάθε Πάσχα αναπολώ τα βαθιά φυλαγμένα μέσα μου, την ωραιότητα της μορφής του πάσχοντος Θεού και τη γαλήνη των αγίων, που κρατούν υπομονετικά τη συνείδησή τους και μου την προσφέρουν αντίδωρο ίασης και καθαρμού. Κυρίαρχη η μυρωδιά του κέδρου, ανάκατη με το φως των κεριών θρυμματίζει την έπαρση και απογυμνώνει τη ψυχή μου. Τη καθιστά φωτεινή πανσέληνο που αφηγείται τα πάθη της και σκορπίζει τα φορτία δειλίας κι εγωισμού 

 

Τις μέρες των Παθών μυριάδες υάκινθοι σκύβουν να φιλήσουν τρυφερά τη μεγάλη Μάνα. Τις μέρες των Παθών επελαύνει το έαρ των λουλουδιών, των οσμών και των αισθήσεων. Αυτές τις μέρες συντελείται του χιονιού η παραίτηση, του φωτός η στιλπνότητα και της νιότης η έγερση. Κραυγάζει ύμνους σπαρακτικούς η Μητρική οδύνη , εισχωρεί στα άδηλα και άρρητά μου ο Συντρίψας δια του Σταυρού, ο μαρτύριον Υπομείνας, ο Αναστάς

 

Αυτό είναι το δικό μου παραμύθι για μία χώρα γαλανή σαν τη συνείδηση των παιδιών μου, και για ένα Πάσχα που μ αναγκάζει να επισκευάσω τα ερειπωμένα μου αισθήματα. Και για μια μάνα, της παιδικής μου μνήμης, που ανασκουμπώνεται και αρχίζει να ζυμώνει, στάζοντας μέσα του την περηφάνεια και τη καρτερία της, τον αχνιστό άρτο, χαρούμενο ψίθυρο ευχαριστίας προς τον Πάσχοντα Θεό!

 

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Λυμπεράκης Δημήτρης, Φιλόλογος 2ου ΓΕΛ Καβάλας