

Μια νοσταλγική «βουτιά» στο παρελθόν της περιοχής μας προσφέρει μια σπάνια φωτογραφία που αναρτήθηκε στη διαδικτυακή ομάδα «ΚΑΒΑΛΑ, ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ!». Η εικόνα, συνοδευόμενη από πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες, μας μεταφέρει στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αποτυπώνοντας τα πρώτα υπεραστικά αυτοκίνητα και τους οδηγούς τους.
Το χάνι που έγινε σταθμός ΚΤΕΛ
Η συγκεκριμένη φωτογραφία χρονολογείται σίγουρα πριν από το 1940. Όπως αναφέρεται στην ανάρτηση, τα κτήρια που διακρίνονται στο φόντο ανήκαν στο χάνι της οικογένειας Ζαννή. Πρόκειται για ένα ιστορικό σημείο της Ελευθερούπολης, καθώς εκεί ακριβώς βρισκόταν ο σταθμός των αυτοκινήτων της εποχής και είναι η ίδια τοποθεσία όπου σήμερα στεγάζεται το πρακτορείο του ΚΤΕΛ.
Διαδρομές μετ' εμποδίων και λάσπης
Τα οχήματα που ποζάρουν περήφανα στη φωτογραφία είναι από τα πρώτα που ανέλαβαν την υπεραστική συγκοινωνία μεταξύ Καβάλας, Δράμας, Χρυσούπολης και Ελευθερούπολης. Ωστόσο, οι συνθήκες του ταξιδιού ελάχιστα θυμίζουν τις σημερινές ανέσεις:
Η διαδρομή από την Καβάλα μέχρι τη Δράμα (η οποία μέχρι το 1936 περνούσε μέσα από το Ντικιλί Τας) διαρκούσε κανονικά γύρω στις δύο ώρες.
Δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο ένα ταξίδι να διαρκέσει ακόμα και μία ολόκληρη μέρα, εξαιτίας των πολύ συχνών μηχανικών βλαβών που παρουσίαζαν τα αυτοκίνητα.
Για να μπορέσει το όχημα να συνεχίσει την πορεία του, πολλές φορές επιστρατεύονταν οι πλάτες των ίδιων των επιβατών, οι οποίοι αναγκάζονταν να το σπρώξουν!
Η διάρκεια του ταξιδιού για το δρομολόγιο Καβάλα - Χρυσούπολη ήταν εντελώς απροσδιόριστη.
Τις βροχερές μέρες, τα πρωτόγονα οδικά δίκτυα μετατρέπονταν σε βούρκο, με αποτέλεσμα τα αυτοκίνητα να ακινητοποιούνται κολλημένα στις λάσπες.
Το πανάκριβο εισιτήριο και ο «άγραφος νόμος» της ταλαιπωρίας
Οι μετακινήσεις εκείνα τα χρόνια δεν απευθύνονταν σε όλα τα πορτοφόλια. Το εισιτήριο από την Καβάλα για τη Δράμα κόστιζε 75 δραχμές, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο, καθώς αντιστοιχούσε στο ημερομίσθιο ενός καλοπληρωμένου καπνεργάτη. (Ενδεικτικά, το εισιτήριο για την αστική συγκοινωνία στοίχιζε μόλις 5 δραχμές).
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ήταν το μεγάλο ρίσκο που αναλάμβανε ο επιβάτης, καθώς πλήρωνε το ακριβό αντίτιμο χωρίς να είναι σίγουρος ότι θα φτάσει στον προορισμό του. Σύμφωνα με έναν «άγραφο νόμο» της εποχής, αν ο επιβάτης επιβιβαζόταν και το όχημα διήνυε μια κάποια απόσταση, εφόσον πάθαινε βλάβη, ο ταξιδιώτης δεν δικαιούνταν καμία επιστροφή των χρημάτων του. Ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει το ταξίδι του αναζητώντας άλλο μέσο ή, συνηθέστερα, συνεχίζοντας με τα πόδια.