Μια φωτογραφία, δεκάδες αναμνήσεις και μια Ελλάδα που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Ο Μιχάλης Λυχούνας μοιράζεται ένα βαθιά βιωματικό κείμενο για τους ανθρώπους που έχτισαν το αύριο με μόχθο και αξιοπρέπεια, αναπολώντας την ποιότητα μιας εποχής που χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου.

 

γράφει ο

Μιχάλης Λυχούνας

 

ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ.

 

Ακόμη και αν δεν μεγάλωσες μαζί, τα ονόματα ήταν στο οικογενειακό αρχείο και οι φωτογραφίες από τις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις του ΙΚΑ και τα γενέθλια στα albums με τα αυτοκόλλητα σε συρτάρια και ντουλάπια (τι θα τα κάνει η επόμενη γενιά είναι μια άλλη ιστορία).

 

Έτσι με βάση μια φωτογραφία του 1954 στο νεόδμητο κτίριο του ΙΚΑ στο κέντρο της πόλης, μαζευτήκαμε την Κυριακή (υπόχρεοι στις/ους διοργανωτές), όσοι μπορέσαμε και όσοι ενημερώθηκαν και οι στιγμές ήταν συγκινητικές και οι ιστορίες συναρπαστικές. Η ουσία όμως είναι αλλού.

 

Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι η Ελλάς μετά τον Πόλεμο και την Κατοχή και στη λήξη του Εμφυλίου.

 

Μια ομάδα νέων ανθρώπων (οι περισσότεροι γεννημένοι τη δεκαετία του '20 και τις αρχές του '30) διοικητικοί (μετά από έναν διαγωνισμό) και υγιειονομικοί στην είσοδο ενός κτιρίου, που ΣΤΕΚΕΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ (παρά τις άθλιες νεώτερες επεμβάσεις, να τα βλέπουν τα αμφιθέατρα και οι πλατείες Καπνεργάτη) δίνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΚΟΨΕΙ. Υπάρχει κάποια βαθιά αίσθηση νοικοκυροσύνης και ευγένειας στην εικόνα τους.

 

Όλοι καλοντυμένοι με ρούχα που είχαν γίνει στην Καβάλα σε μεγάλο βαθμό (όχι δευτεράντες ετοιματζήδικα). Αυτοί θα γίνουν ο ιστός της πόλης της επόμενες δεκαετίες. Θα παντρευτούν (αρκετοί μεταξύ τους) για να ζήσουν μια κοινή ζωή αγάπης, σεβασμού και εκτίμησης, θα κάνουν τα δύο τους παιδιά (τέλη δεκαετίας 50 και δεκαετία 60), θα φτιάξουν σπίτια (διαμερίσματα με ανέσεις) και εξοχικά, θα προσφέρουν ό τι καλύτερο μπορούν στην εκπαίδευση των παιδιών τους, που πολλά θα πάνε στο πανεπιστήμιο, θα γηροκομήσουν τους γονείς τους, θα παντρέψουν και θα στηρίξουν τα παιδιά και εγγόνια τους, πριν φύγουν από τη ζωή (επιζούν ελάχιστοι, ίσως μόνο μία) με τη συνείδηση καθαρή πως ήταν καλοί και θετικοί σε όλους, γονείς, συζύγους, παιδιά, εγγόνια και δουλειά. ΑΥΤΟΙ ΑΝΕΣΤΗΣΑΝ

 

ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ μετά την καταχνιά του πολέμου και σε αυτών τα φτερά πορεύευται ακόμη η χώρα.

 

Στον τομέα τους εργάστηκαν για να στηθεί ένα δίκτυο ασφάλισης σε έναν κόσμο δύσκολο και μια κοινωνία αποκαμωμένη, προσφέροντας υγειονομικές υπηρεσίες που έχουν χαθεί (κατ' οίκον γιατρός), διαμορφώνοντας αντιλήψεις για ασφάλιση και σύνταξη. Ο πατέρας μου (με μαύρη γραβάτα έχοντας χάσει τους δύο του γονείς το 52-53) στο τμήμα μητρώου με τα ένσημα κολημένα στα βιβλιάρια έκανε ανακεφαλαίωση και εξέδιδε συντάξεις πιο γρήγορα από τον ΕΦΚΑ σήμερα. Και οι τότε πολιτικοί και πολιτικές πρέπει να λάβουν τα εύσημα που τους αρμόζουν για δράσεις που κράτησαν και ανέπτυξαν μια κοινωνία μετά την καταστροφή του πολέμου και τον βαθύ διχασμό του Εμφυλίου.

 

Δεν ξέρω που χάθηκε αυτή η νοικοκυροσύνη, το τιτιζλίκι των προσφύγων και προστύχεψε η ποιότητα των ανθρώπων, θεσμών και υποδομών, αλλά λείπει. Λείπει επώδυνα!

 

Για ένα πρωί έγινα ξανά γιός του Στέλιου, που αναπαύεται πια εδώ και 13 χρόνια στο χώμα της Καβάλας. Ευγνώμων και υπερήφανος! Τους ευχαριστούμε!