

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Γραβούνας παρουσίασε ένα βίντεο με τα παραδοσιακά κάλαντα της περιοχής, έτσι όπως τα έφεραν από την παλιά Γραβούνα (Camliça) οι πρόσφυγες.
Η ηχογράφηση έγινε στις 12 Αυγούστου και το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε ανήμερα των Χριστουγέννων.
Σχετική ανακοίνωση του συλλόγου αναφέρει τα εξής:
“Ένας ακόμη στόχος της χρονιάς σήμερα είναι έτοιμος να παρουσιαστεί, εν όψει της μεγάλης παραδοσιακής και χριστιανικής μας εορτής!
Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στις 12 Αυγούστου 2024 με σκοπό να διασωθούν και να αναδειχθούν τα παραδοσιακά κάλαντα της Γραβούνας, έτσι όπως τα έφεραν από την παλιά Γραβούνα ( Camliça ) οι πρόσφυγες κάτοικοι.
Τα κάλαντα ψάλλουν:
Ασανατάι Αριέλ, Ασανατάι Μέτι, Βαμβάκας Παναγιώτης, Εμμανουηλίδου Δανάη, Εμμανουηλίδου Μαριαλένα, Κετσιτζή Μιχαέλα, Κετσιτζής Νικόλαος, Τσέκα Φλάβιο και ο Ιωάννης Σαββίδης
- Καβάλι/Ενορχήστρωση: Μίγγος Ιωάννης
- Νταούλι: Μίγγου Χριστίνα
- Επιμέλεια Ηχογράφησης: Σαββίδης Ιωάννης
- Ηχογράφηση/ Μοντάζ: Γκόρφης Πάρης
- Παραγωγή/ Πνευματικά Δικαιώματα: Πολιτιστικός Σύλλογος Γραβούνας Νέστου
Για την ηχογράφηση ευχαριστούμε θερμά:
- Την παιδαγωγό και μέλος του Συλλόγου κα Αλεξανδρή Πασχαλιώ για την προσφορά και διάσωση της άυλης πολιτισμικής μας κληρονομιάς.
- Την κα Τσάφα Γεωργία για τον συντονισμό και την πολύτιμη βοήθειά της την ημέρα της ηχογράφησης.
- Την αντιπρόεδρο του συλλόγου κα Σουσαμλή Ζηνοβία για την αδιάκοπη προσφορά της στο έργο του συλλόγου.
- Την πρόεδρο της Κοινότητας της Γραβούνας και Ταμία του συλλόγου κα Σαββίδου Γρηγορία για τη συνεχή και έμπρακτη στήριξη στο έργο του συλλόγου.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΓΡΑΒΟΥΝΑΣ - ΣΤΙΧΟΙ
Χριστούγεννα Χριστούγεννα
τώρα Χριστός γεννιέται
γεννιέται κι αναθρέφεται
στο μέλι και στο γάλα.
Το μέλι τρων' οι άρχοντες,
το γάλα οι αφεντάδες
και τα κεριά στ αγιάσματα,
στον Άγιο Κωνσταντίνο
και το μελλισοβότανο
μυρίζει στις αυλές τους.
Εδώ σε τούτη την αυλή,
τη μαρμαροχτισμένη,
όπου την έχτισε ο Χριστός
και η Παναγιά Θεοτόκος.
Εδώ ο Χριστός ακούμπησε
με δώδεκα Αποστόλους,
Δευτεροματακούμπησε
με δεκαοχτώ αγγέλους.
Κι εκεί που πρωτακούμπησε,
χρυσό δεντρί εβγήκε,
χρυσά ήταν τα κλωνάρια του
κι ολάργυρα τα φύλλα
και κάτω στη ριζίτσα του,
πηγάδι και λιβάδι
κι απάνω στην κορφίτσα του,
περιστεριών φωλίτσα,
που κατεβαίνει βόσκοντας
και πίνει κι ανεβαίνει,
παίρνει νερό στο στόμα του
και χιόνι στα φτερά του
και βρέχει τον αφέντη του,
βρέχει και την κυρά του.
Ο ΑΦΕΝΤΗΣ
Αφέντη μ' αφεντάκι μου,
πέντε φορές αφέντη μ',
Πέντε φορές να πει η καρδιά σ',
δέκα να πει το χείλι σ'
Και άλλες 14 να πουν τα φυλλοκάρδια σ'.
Δεν πρέπει εσύ αφέντη μου,
να ζεις μέσα στη χώρα
Μον' πρέπ' εσύ αφέντη μου,
να ζεις μέσα στην πόλη.
Να κάθεσαι στο πάπλωμα,
να τρικουμπάς στα πέπλα
Να δερμονίζεις τα φλουριά,
να κοσκινίζεις τ' άστρα
Και τ' αποκοσκινίσματα°
κέρνα τα παλικάρια.
Κέρνα τ' αφέντη μ' κέρνα τα,
τα κακονυχτισμένα
Που ξενυχτούνε στις βροχές,
στις λάσπες τα καημένα.
Η ΚΟΠΕΛΑ
Ποιά είν' αυτή που πέρασε,
σα βέργα ασημένια
Και δε μας καλησπέρισε,
η μαργαριταρένια;
Παίρνει να πάει στο νερό
με την κανατοπούλα,
παίρνει και τον ανήφορο
σαν την περδικοπούλα.
Σαν την πέρδικα περπατεί,
σαν την τριγόνα σιέται.
Που 'χει της χήνας τα φτερά,
της πέρδικας τα κάλλη,
Που 'χει τα μακριά μαλλιά,
σαράντα πέντε πήχες.
Στον ουρανό τα διάζονταν,
στον κάμπο τα τυλίγει.
Και μέσ' στη θάλασσα,
στήνει αργαλειό και υφαίνει.
Ρίχνει σαΐτες αργυρές,
το υφάδι είν' ασημένιο.
Και το μασούρι απ' έριχνε,
σπυρί μαργαριτάρι.
Μαργαριτάρι στρογγυλό
ήταν το πρόσωπό της
Και μήλο απ' τον παράδεισο,
ήταν το μάγουλό της.
ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ
Ένας τρανός παλίκαρος,
σα δεξιό παλικάρι
Φορεί λινό πουκάμισο,
λινό καλαμοδέτη
Βάζει και στην τσεπίτσα του
εννιά χιλιάδες γρόσια,
τον μαύρο καβαλίκεψε,
πάει για αρραβώνα.
Κοντά σε χώρα διάβαινε,
κοντά σε ρωμιοχώρι
πού βρίσκει τα γλυκά κρασιά,
τις κοπελούδες πλήθος.
Και τρώγοντας και πίνοντας,
σώθηκαν οι χιλιάδες
Μόνον ο μαύρος του 'μεινε,
το μαύρο παζαρεύει.
Κι ο μαύρος λάχει φρόνιμος,
φρόνιμα συλλογιέται:
«Μη με πουλάς αφέντη μου
και μη με παζαρεύεις.
Και ταϊζ' με και πότιζ' με
και γοργοξύστριζέ με
Όντας θα δεις το μάτι μου
ν' αγριοκοκκινίζει
Τότε αφέντη μ' πούλα με,
τότε παζάρεψέ με.
Θέλεις για χίλιες πούλα με,
θέλεις για δυο χιλιάδες;
Θέλεις για κοριτσιών φιλί;
Δώσε με να πηγαίνω!»
ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ
(ΑΦΟΥ ΚΕΡΑΣΕΙ Ο ΣΠΙΤΟΝΟΙΚΟΚΥΡΗΣ)
Μας έδωσε το αφεντικό μας δέκα λίρες και ένα φούρνο ψωμιά να τα φάμε,
να τα πιούμε στην υγειά μας, την χαρά μας, στην πολύ καλή χρονιά μας!
Αμήν…”