

Η δεκαετία του ογδόντα έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στις μνήμες όσων έζησαν τα χρυσά χρόνια της νυχτερινής Καβάλας.
Σημείο αναφοράς τα καλοκαίρια ήταν φυσικά ο κόμβος της Καλαμίτσας και η αξέχαστη Picchio Rosso που έστησαν οι αδερφοί Κοντόρια.
Η αρχιτεκτονική του μαγαζιού με τη χαρακτηριστική λευκή οροφή, τα διαφορετικά επίπεδα και τα σεπαρέ με τις κόκκινες και κίτρινες βούλες, φιλοξένησαν αμέτρητα Σαββατοκύριακα χορού και νεανικών ερώτων κάτω από τις ντισκομπάλες.
Η κάρτα κατανάλωσης αντί για μετρητά στο μπαρ
Ο τρόπος με τον οποίο εξοφλούσαν οι πελάτες τις παραγγελίες τους για κάποια από τα χρόνια λειτουργίας της θρυλικής ντίσκο ήταν εντελώς διαφορετικός από τη σημερινή λογική των κλαμπ.
Όπως επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές φωτογραφίες μιας αυθεντικής κάρτας που ανέβασε ο Γιώτης Δράκος στη διαδικτυακή ομάδα του Facebook «ΚΑΒΑΛΑ, ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ!», τα χρήματα δεν άλλαζαν χέρια μπροστά στον μπάρμαν.
Αντίθετα, ο κάθε επισκέπτης έπαιρνε το ειδικό αυτό καρτελάκι κατά την είσοδό του. Εκεί καταγράφονταν τα ποσά των ποτών που καταναλώνονταν καθ' όλη τη διάρκεια της βραδιάς και ο λογαριασμός κλεινόταν συγκεντρωτικά στο ταμείο λίγο πριν την αποχώρηση.
Η αυστηρή προειδοποίηση στην πίσω όψη
Η διατήρηση αυτού του χαρτιού ασφαλούς στην τσέπη αποτελούσε βασικό μέλημα για όλους τους θαμώνες. Στο πίσω μέρος του εντύπου υπήρχε ένα ξεκάθαρο, τυπωμένο μήνυμα που ενημέρωνε τον κάτοχο ότι η απώλειά του ισοδυναμούσε με την υποχρεωτική καταβολή τεσσάρων χιλιάδων δραχμών.
Το νούμερο αυτό ήταν αρκετά μεγάλο για την εποχή, ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά ως μέτρο αποτροπής για κάποιον που ίσως σκεφτόταν να το ξεφορτωθεί εσκεμμένα αν είχε καταναλώσει πολλά ποτά.
Η εναλλακτική λύση για τα κρύα βράδια
Όταν μετά το καλοκαίρι η θερμοκρασία έπεφτε, η διασκέδαση της νεολαίας μεταφερόταν στο κέντρο της πόλης. Ο χώρος μέσα στη στοά του γνωστού ξενοδοχείου Ωκεανίς αποτελούσε τον χειμερινό προορισμό της ίδιας ιδιοκτησίας, προσφέροντας μια πιο ζεστή ατμόσφαιρα.
Εκεί δεν υπήρχαν κλασικά τραπέζια, αλλά κερκίδες στρωμένες με βελούδινα μαξιλάρια, όπου η νεολαία περνούσε τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου χαλώντας το εβδομαδιαίο της χαρτζιλίκι για έναν καφέ ή ένα αναψυκτικό.

